Παρασκευή πρωί και το κουδούνι του σχολείου
αργούσε να χτυπήσει για το ξεκίνημα μιας ακόμα σχολικής μέρας, σ’ ένα
ανοιξιάτικο και ηλιόλουστο Αμύνταιο…
Παρέες – παρέες οι μαθητές, ιδίως των μεγάλων
τάξεων, προσπαθούσαν, ακροβατώντας σε ερμηνείες και υπερβολές, να εξηγήσουν τη
ξαφνική βουβαμάρα των πρωινών ειδήσεων του ραδιοφώνου, που τις
αντικατέστησε,
τσάμικα, καλαματιανά και ηρωικά εμβατήρια!
…«Έκανε πραξικόπημα ο
στρατός! Ο Βασιλιάς!»
…«Ξεσηκώθηκαν στην Αθήνα οι
κομουνιστές!»
…«Βρέθηκαν τελευταία,
έτοιμες να ριχθούν, χιλιάδες πατάτες με ξυραφάκια!» πω, πω, πω!
…«Βρέθηκαν σε αποθήκες
στολές χωροφυλάκων, που θα φορούσαν οι αριστεροί!» (χωρίς να ναι απόκριες)…
Οργίαζε σε ένταση και πάθος το μπίρι – μπίρι
στις παρέες των μαθητών, που παράλληλα χαίρονταν τις χαμένες πρωϊνιάτικες ώρες
μαθημάτων.
Κάποτε, χτύπησε το κουδούνι ο κυρ Κώστας ο επιστάτης, για συνάθροιση, βγήκε στο μπαλκόνι ο Λυκειάρχης
Σάϊλερ και με μια ακαταλαβίστικη εν
πολλοίς εξήγηση, μας ανακοίνωσε ότι κλείνει από σήμερα το σχολείο, για τις
Πασχαλινές διακοπές! Πράγμα που έπρεπε να γίνει την επαύριον του Λαζάρου, αφού
τότε δεν είχε ανακαλυφθεί το ευλογημένο(!) πενθήμερο του Δημοσίου…
Φυσικά, μόνο που δεν ζητωκραυγάσαμε
πρωϊνιάτικα, την 21η Απριλίου 1967, γι’ αυτή την ανέλπιστη σχόλη που
μας προέκυψε απ’ το πουθενά!
Πετάχτηκε σαν φόρτωμα περιττό, σε κάποια
γωνιά του σπιτιού μας, η σχολική τσάντα, που θα την ψάχναμε πολύ μετά, ένα
ονειρικό 15/ήμερο και ξεπορτίσαμε με την παρέα, σ’ όλη την απαρτία της.
Υπήρχε μεγάλη κίνηση και νευρικότητα
στρατιωτικών οχημάτων, κι έβλεπες ξαφνικά, από σοβαρούς μέχρι αγριωπούς, τους
έως τότε φιλικούς πάμπολλους στρατιωτικούς της κωμόπολης μας.
Μια αφύσικη κινητικότητα, αμήχανη, με έκδηλο
ένα ερωτηματικό για την εξέλιξη, πλανιόνταν στον αέρα και την έκφραση των
προσώπων.
Βέβαια, το ξαφνικό γεγονός δε θα το ‘λεγες
τελείως αναπάντεχο, αν δεν έπλεες σε πλήρη άγνοια ή σκόπιμη αφέλεια…
Το φύλλο της «Αυγής» της 21ης
Απριλίου που κατασχέθηκε, είχε σαν κύριο άρθρο της το «Γιατί δε θα γίνει
πραξικόπημα»! Πάντα εύστοχοι στις εκτιμήσεις και την αισιοδοξία τους, οι
κλασικοί αριστεροί!
Από καιρό, δεξιο – ακροδεξιες φυλλάδες, που
βλέπαν συντριβή της δεξιάς στις επικείμενες εκλογές του Μάη από ένα φουσκωμένο
κεντροαριστερό κίνημα, που ζητούσε απλά, περισσότερη Δημοκρατία και διαδήλωνε
την οργή του στους Αθηναϊκούς δρόμους και πλατείες, λείαιναν το γλιστερό
έδαφος, της τότε ασθενικής Δημοκρατίας με επικλήσεις …
«Ένας λοχίας να σώσει
την Ελλάδα»! (Φυσικά στην έννοια Ελλάδα, εννοούσαν τη μαύρη σκατοψυχή τους και
τη λιγδιασμένη τσέπη τους).
Τριμελή περίπολα, με δύο ΤΕΑτζήδες κι έναν
υπαξιωματικό στρατού ή χωροφύλακα ανάμεσα τους, πιάσαν θέση έξω απ’ τις
Τράπεζες, το Ταχυδρομείο, το σταθμό του τραίνου και των ΚΤΕΛ και άλλοι,
βόλταραν όλο ύφος στους κεντρικούς δρόμους, σε πλήρη πολεμική εξάρτηση και
διάθεση!
Καταλήξαμε με την παρέα στον σιδηροδρομικό
σταθμό, που τότε παλιά έσφυζε από ζωή.
Μας πλησίασε αγριωπά ένα περίπολο, έτοιμο για
παρεξήγηση… «Πώς λέγεσαι; Από πού
είσαι; Τι κάνετε εδώ;» και τα
λοιπά δήθεν του ελέγχου, για να δείξει ότι βρίσκεται σε ύψιστη αποστολή
σωτηρίας της πατρίδας! (Κάτι σαν τα παιδικά θέατρα που παίζαμε στις Εθνικές
επετείους, παριστάνοντας γελοία τους Κολοκοτρώνηδες και τις Σουλιώτισσες).
Όταν έφτασε ο δήθεν έλεγχος στον Λώλο, στην ερώτηση «από πού είσαι»,
μισο - αστεία, μισο – σοβαρά και μισο – μάγκικα, είπε ο Λώλος … «Απ’ την Καπερναούμ»! (Σίγουρα επηρεασμένος κι απ’ την επικαιρότητα των
επικείμενων γιορτών).
Αγρίεψε κι άστραψε ο δόκιμος του περιπόλου με
τη νεανική ειρωνεία, έβγαλε απ’ τη θήκη το πιστόλι του και το κόλλησε δυνατά,
στο κεφάλι του φίλου μας. Παγώσαμε όλοι! Φύγαμε κακής κακώς, αμίλητοι, φοβισμένοι,
ανίσχυροι, σα βρεγμένες γάτες…
Το απόγευμα, βρεθήκαμε πάλι σε απαρτία, αφού
ξεπεράσαμε τη μεσημεριανή ψυχρολουσία με το πιστόλι.
Τώρα προέκυψε άλλο σοβαρό πρόβλημα, που έφερε
ο Σώτος, που είχε καφενείο ο μπαμπάς
του στην πιάτσα, κι ήταν το στέκι πούρων δεξιών.
… «Ρε μαλά…ς, μάσανε οι
χωροφύλακες από τον Καρίκα όλα τα
«καρδιοχτύπια»!
… «Αμάν, τι μας λες ρε! Τώρα
τι κάνουμε; Φτού!»
Ευτυχώς, ο αργομίλητος Χρήστος, που ‘χε και το πιο σικάτο και στολισμένο ποδήλατο απ’
όλους μας, έδωσε χαρά στην απόγνωση μας… «Έχω
μαζεμένα στο σπίτι τα «καρδιοχτύπια» 2 – 3 χρόνων»!
Ανασάναμε με ανακούφιση στη σωτήρια πρόνοια
του φίλου μας, που θα μας έβγαζε απ’ την «καραντίνα» του «Ελλάς – Ελλήνων –
Χριστιανών», που μπαίναμε άθελα μας!
Κάθε εβδομάδα, ένας απ’ την παρέα, αγόραζε το
«καρδιοχτύπι», κι αφού πρώτος το «ξεζούμιζε» απολαυστικά, το ‘δενε χέρι – χέρι,
για «μελέτη» των ημίγυμνων κοριτσιών και των σεξουλιάρικων ιστοριών, στον
επόμενο τυχερό! Φιλομαθή, που εναγωνίως περίμενε το …φώς του!
Κάποιος στη συνέχεια, κι αφού διευθετήθηκε
αισίως το ευγενές ανάγνωσμα, «καρδιοχτύπι», πρόγονος της «τσόντας» και των
σημερινών ταινιών στο pc,
είπε ότι σταμάτησαν οι χωροφύλακες και τις «ακατάλληλες» ταινίες στα σινεμά!
Άλλο ομαδικά …φτούού!
Και στα «Αστέρια», μια μέρα πριν είχε
πρεμιέρα το «Η Στεφανία στο
αναμορφωτήριο», με τη θεά Ζωίτσα να τη κυνηγά γρυλίζοντας ο Καλογήρου (και μαζί του, όλοι εμείς
παρέα!)
Οι μισοί της παρέας είχαν πάει στην πρεμιέρα,
κι η διήγηση τους, όσο μελιστάλακτη και περιεκτική κι αν ήταν, μάλλον μας άφησε
ανικανοποίητους!
Η ονειρεμένη Ζωίτσα, σαν μια λαχταριστή τότε
άσπρη αφράτη φρατζόλα, που όλοι ποθούσαμε και η ξαφνική της στέρηση μας γέμισε
αισθήματα αδικίας, αγανάκτησης και… επανάσταση! Κάτι σαν τους σημερινούς
ΠΑΟΚτσήδες, απέναντι στον …Αυγενακο –
Μαρινάκη!
Τα αισθήματα μιας ανείπωτης αδικίας, όλο, με
το πες – πες δυνάμωνα και διανθίζονταν με κοσμητικά επίθετα της περιοχής
Βαρδάρη – Λαδάδικα, πριν γίνουν τρεντυ περιοχές για τους πλείστους.
Παρασυρμένοι στο πρόβλημα μας, δεν
αντιληφθήκαμε το περιπολικό της χουντο – τάξης που μας πλησίασε αρειμάνιο και
απειλητικό, με τα «μπινελίκια» που άκουσαν…
… «Πως λέγεσαι;» και τα
σχετικά πάλι, τα γνωστά.
… «Ακούσαμε τι λέγατε και ότι βρίζατε κυβέρνηση και στρατό! Όλοι στο «Τμήμα»
για εξακρίβωση! Εμπρός»!
Δεύτερη ψυχρολουσία, αυτή την τόσο «ηρωική»
μέρα…
Κατηφορίζοντας για το «Τμήμα» και
κλαψουρίζοντας, λέγαμε για το πόσο καλά παιδιά και υπέροχα είμαστε, αλλά τα
λέγαμε σε …ώτα μη ακουόντων…
Την παρτίδα έσωσε ο Σώτος, που έπεσε παρακαλώντας τον χωροφύλακα του περιπολικού, που
ήταν πελάτης και φίλος του πατέρα του.
… «Άντε! Εξαφανιστείτε, τσακιστείτε! Κι άλλη φορά, θα σας κλείσω μέσα για
τα καλά»!
Χαθήκαμε στα στενά του παλιού Αμύνταιου,
τρέχοντας σκορπισμένοι, καθένας για το σπίτι του, χωρίς να κοιτάξουμε, από
φόβο, πίσω μας.
Το πρωί 22/4, στο σπίτι, ένοιωθα μια παγωνιά
ενοχλητική και σαν οι δικοί μου να κρυφομιλούσαν, πίσω απ’ την πλάτη μου.
Είδα τον παππού μου άγρυπνο και ανήσυχο και
πρόσεξα ένα μπογαλάκι, που δεν το ‘χα ξαναδεί, πίσω απ’ την εξώπορτα.
Αργότερα, ο θείος μου ο Νίκος, μ’ έστειλε να παραδώσω το δίκαννο του στο «Τμήμα», όπως
είχαν ανακοινώσει απ’ το ραδιόφωνο, για τα όπλα των κυνηγών.
Ανεβαίνοντας τα λιγοστά σκαλοπάτια στην παλιά
Αστυνομία, που ήταν αρχοντόσπιτο του Μπέη τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, είδα απ’
τα μικρά παράθυρα του ημιυπόγειου της, να ‘ναι γεμάτη κρατούμενους. Αυτόματα το
συνδύασα με την αγωνία του παππού μου και το περίεργο μπογαλάκι.
Όταν τελείωσα με τα στοιχεία της παράδοσης
του δίκαννου, ο επικεφαλής της Γραμματείας, Ενωμοτάρχης Κίτσος, μ’ ένα σαρδόνιο – φονικό χαμόγελο, με ρώτησε … «Τι κάνει ο μπάρμπα Αργύρης; Είναι καλά;». Πάγωσα και δεν έβγαλα μιλιά…
Αργότερα, αποδείχθηκε περίτρανα, ότι η
χούντα, μέσα στη παράνοια και την κακία της, είχε και μια ψυχρή λογική για τους
εχθρούς της, απ’ τους οποίους κινδύνευε πραγματικά.
Κι όχι μόνο φάνηκε άχρηστο στον παππού μου το
γνώριμο απ’ τα παλιά «μπογαλάκι», με τις αλλαξιές, τις φανέλες και την
κουβέρτα, αλλά το Φθινόπωρο του ’67 του δώσανε και διαβατήριο να πάει στον
Καναδά, στα παιδιά του!
Πράγμα που του αρνιόταν απόλυτα το
μετεμφυλιακό κράτος της δεξιάς, αλλά κι αυτό της σύντομης παρουσίας του Γέρο – Παπανδρέου!
Σε περιόδους, που εξουσίαζαν αυταρχικές και
παράνομες εξουσίες κατώτερης διαβάθμισης, κρατικο – παρακρατικές δυνάμεις,
κάνουν προσωπική πολιτική!
Πριν το στρατοδικείο της Κοζάνης αθωώσει τη
συμμαθήτρια μας και απουσιολόγο της τάξης, την Ξινονερίτισσα Στεφανή, ο Σύλλογος των επιστημόνων (!)
καθηγητών του σχολείου μας, την απέβαλε απ’ όλα τα σχολεία της Φλώρινας!
Η κατηγορία; Μια αυθόρμητη νεανική αστεία
«ατάκα» που …αλίμονο, θα γκρέμιζε το σιδερόφραχτο οικοδόμημα τη χούντας!
Φορτωθήκαμε μια «αποβολή» 7 ημερών, σχεδόν
όλη η παρέα μου, εν μέσω εξετάσεων του Ιούνη, στην 2α Λυκείου, γιατί
κυκλοφορούσαμε 30’ μετά την επιτρεπτή ώρα κυκλοφορίας μαθητών και δήθεν
ειρωνευτήκαμε τον καθηγητή που ανακάλυψε το αποτρόπαιο έγκλημα μας!
Παρ’ ολίγον να χάσουμε χρονιά αν δεν μας
επέτρεπαν να εξεταστούμε, μετά το πέρας των επίσημων εξετάσεων! Και η διαγωγή
«κοσμία», αλίμονο!
Ο Καντιώτης
γκρέμιζε εκκλησίες σαν «βουλγάρικες» (Άγιος Παντελεήμων Φλώρινας, Αγίων
Κωνσταντίνου και Ελένης Αμυνταίου) κτισμένος ο δικός μας, έρμος, το 1929!
Δεν ίδρωνε αφτί κανενός. Ταλιμπανιστάν! Σα να
συνέβαινε το φυσικότερο πράγμα στον κόσμο!
Αν εξαιρέσουμε τους βασανιστές των
κολαστηρίων της χούντας, που έφτασαν στον υπέρτατο βαθμό εγκληματικής
πρακτικής, μια διαβάθμιση σκατοψυχιάς, κυριάρχησε σε όλες τις βαθμίδες εξουσίας
από ανθρώπους που θέλγονται να επιβάλλονται, ίσως για να καλύψουν κενά μιας
άδειας ψυχοσύνθεσης, κι ενός τιποτένιου εγώ!
Τι να περιμένεις απ’ τον μισο – αγράμματο
χωροφύλακα, όταν μια κατάμεστη αίθουσα καθηγητών του Πανεπιστημίου Αθηνών,
καταχειροκροτούσε ενθουσιασμένα, τις αρλούμπες ενός μισο – παρανοϊκού Παπαδόπουλου;
Το άρθρο είναι αφιερωμένο στον πρόσφατα
χαμένο Περικλή Κοροβέση, που
βασανίστηκε σκληρά, απ’ όλο το ηγετικό σκυλολόι των βασανιστών υπανθρώπων της
χούντας.
Η κατάθεση του, με στοιχεία, για τα
βασανιστήρια στην Ελλάδα της χούντας, στο Συμβούλιο της Ευρώπης, άλλαξε τη
στάση της Ευρώπης απέναντι στο παράνομο καθεστώς της Αθήνας.
Στον πρόλογο του βιβλίου του
«Ανθρωποφύλακες», που περιγράφει με ονοματεπώνυμο τους βασανιστές του, γράφει
χαρακτηριστικά: «…Ούτε η οικολογική
καταστροφή, ούτε η φτώχεια στα 4/5 του πλανήτη, είναι πιο επικίνδυνο. Πάνω απ’
όλα, θεωρώ πιο μεγάλη απειλή της ζωής του πλανήτη μας, την ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ!».
Μέρα με τη μέρα, έζησε η Ελλάδα σε «καραντίνα»,
στερημένη Ελευθερία, Δημοκρατία, Πολιτισμό, αξιοπρέπεια, λογική, 7 τόσα χρόνια…
Γκρεμοτσακίστηκαν κι εξαφανίστηκαν σαν
τρομαγμένοι λαγοί οι υπερ – πατριώτες αυτοί εθνικόφρονες, όταν οι Τούρκοι
σχεδόν ανενόχλητοι, άρπαζαν τη θαλασσοφίλητη Κύπρο!
Και
είναι πολύ νωρίς να ξεχαστεί η πρόσφατη τραγική μας ιστορία…
Α.Θ.Ρ.






Θα είχε ενδιαφέρον να μας γράψεις και για τα τσάμικα στα στρατόπεδα το Πάσχα,καθώς και για τις κυρίες τους με το δωδεκάποντο και το φλοράλ φόρεμα να τσουγκρίζουν τ'αυγά,εν μέσω πλαστικών πιάτων,ποτηριών και τραπεζιών...Ιτιά,ιτιά,τί τράβηξες,καημένη!!!
ΑπάντησηΔιαγραφήΝΑΙ,ΚΟΝΤΕΥΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΑΡΑΔΟΣΗ Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΟΝΤΩΝ ΣΤΑ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΑ.εΥΤΥΧΩς,ΓΛΥΤΩΣΑΜΕ.
ΑπάντησηΔιαγραφή