Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Ο ορισμός της φρίκης σε εικόνες, 70 χρόνια πριν, όχι την εποχή των σταυροφόρων…



(Του Α.Θ.Ρ., από το ΠΕΡΙΣΚΟΠΙΟ που κυκλοφορεί)…
  Μια μαύρη «Μεγάλη Εβδομάδα» που κράτησε όμως 3 χρόνια και, χωρίς στη συνέχεια τη λυτρωτική Ανάσταση, για την πατρίδα και το Λαό της, που σύρθηκε δεκάδες χρόνια μετά στη φτώχια, τη ξενιτιά, τη προσφυγιά, το φόβο, το μίσος, τον ατέλειωτο οδυρμό για τον αδικοχαμένο στρατιώτη ή αντάρτη, δεξιό ή αριστερό πολίτη, μέσα στη παραζάλη μιας άγριας αδελφοφάγας, παράλογης εποχής.
  
  Μια αιματοβαμμένη, μαύρη περίοδος, απ’ το άλικο αίμα υπερπολλαπλείστων θυμάτων και καταστροφών, κι απ’ το Αλβανικό και απ’ την κατοχή.
  Μια ιστορική περίοδος, σχεδόν σύγχρονη, που άφησε πίσω της, εκτός α’ το θανατικό, τα ρημαγμένα χωριά, τα διαλυμένα νοικοκυριά και μια παγωμάρα στις ψυχές και στη ζωή, ιδίως του μισού πληθυσμού μας, για τουλάχιστον 30 χρόνια.
Νεκρός, μετά την επίθεση των ανταρτών στο Αμύνταιο 2/8/47
  Το έναυσμα για το σκοτεινό – μακάβριο αυτό μου άρθρο, το έδωσε μια φωτογραφία του Associated Press, δημοσιευμένη σε σχετικό ένθετο κυριακάτικης εφημερίδας για τον Ελληνικό εμφύλιο, ’46 – ’49.
  Και δεν ήταν η επεξηγηματική λεζάντα δίπλα απ’ την φωτογραφία, την οποία αρχικά δεν πρόσεξα, που έγραφε …θρήνος, μπρος στο φέρετρο σκοτωμένου στην επίθεση των ανταρτών στο Αμύνταιο, την 2/8/47, αυτό που με έσπρωξε στο «μαύρο» αυτό άρθρο, αλλά η εικόνα αυτή – καθεαυτή, που μου θύμισε γιαγιάδες, θείες, γνωστούς ανθρώπους της περιοχής μας.
  Αυτή η μοναδική «σιιμία» (μαντήλα) της ντόπιας Δυτικομακεδόνισας, κέντρισε τη προσοχή μου.
  Αυτό το γνωστό, σχεδόν μόνιμο, θλιμμένο, πονεμένο, σιωπηλό, φοβισμένο παράπονο ενός λαού, που πέρασε η ζωή του δια «πυρός και σιδήρου», αυτό γνώρισα στη φωτογραφία.
  Τέλη του ’49, παντρεύτηκε η μάνα μου τον πατέρα μου. Όλο της το σόι στο Σκλήθρο, ήταν μαυροφορεμένο με τη «σιιμία» μέχρι τη μύτη, σαν μουσουλμάνες της Υεμένης!
  Ο πατέρας της, στη φυλακή απ’ το ’46, με καταδίκη «τρις εις θάνατο»!!! Ο αδελφός του και στήριγμα τους τώρα, εκτελεσμένος τον Αύγουστο του ’49, στη δίκη με τους Αμυντιώτες, στο στρατοδικείο – χασάπικο της Φλώρινας…
  Όταν αρραβωνιάστηκε, ρώτησε μια θεία της, τη μάνα της …Ντόρα, σιό ε βο ντέτε, σιό αρμασάμε Τίνκα; (Ντόρα, τι είναι αυτό το παιδί που αρραβωνιάσαμε την Αθηνά;).
…Ματζιϊρτσε, ουτ’ Σοροβίτσιο (προσφυγάκι απ’ το Αμύνταιο).
…Α! Κι κουρτουλίστε ουτ κουροφυλάτστε (Α! θα γλυτώσετε απ’ τους χωροφυλάκους)!!!
  Αυτό ήταν το κλίμα για την πλειοψηφία των αμάχων της περιοχής –ιδίως ντόπιων- που, ούτε καν, οι πλείστοι, είχαν άνθρωπο στο βουνό! Ούτε ξέρανε Μαρξ, Λένιν, Τρότσκι…
  Ούτε τι δουλειά κάνει ο γαμπρός, ούτε αν είναι καλό παιδί…
  Το «πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων» αποζητούσαν με όποιο τρόπο, για να κοιμούνται ήσυχοι στο φτωχικό τους, χωρίς να τους σέρνουν νυχτιάτικα σε άθλια μπουντρούμια, ανακρίσεις, συνοδεία «φάλαγγας», εξορίες, ή ακόμα πιο φοβερό, στα «6 μέτρα»…
  Ούτε αποζητούσαν θέση στο Δημόσιο, άδεια για ταξί, φορτηγό, περίπτερο, για θυρωρό στη Σαλονίκη, για λαχειοπώλη, για μικροπωλητή στη λαχαναγορά, αγροφύλακα…
  Κι αν δεν υπήρχαν καπάτσοι – εθνικόφρονες, πράκτορες γραφείων μετανάστευσης, ούτε διαβατήριο για Καναδά, Αυστραλία, ΗΠΑ, κι αργότερα, Γερμανία, θα είχαν να ξεφύγουν επιτέλους απ’ τη μέγγενη μιας άγριας Ελλάδας και να δούνε στο ξένο μέρος …θεού πρόσωπο…
  Όταν μπήκαν το ’47 οι αντάρτες στο Σκλήθρο, κι έφυγε κακήν – κακώς η Χωροφυλακή, ο καπετάνιος της ομάδας (νομίζω Καραφωτιάς), απ’ το μπαλκόνι του Σταθμού Χωροφυλακής, έβγαλε λόγο στους συγκεντρωμένους χωρικούς. Φορούσε μάλιστα, περιπαιχτικά, το πηλίκιο του τραπέντος σε φυγή Σταθμάρχη...
  Αφού τελείωσε τα σχετικά ΕΑΜίτικα και τώρα κομουνιστικά, για τη Νέα Ελλάδα που θα διώξει τον τσιφλικάδινο ξενόδουλο φασισμό, κάποιος χωρικός του παραπονέθηκε για τα βάσανα που τράβηξαν, χρόνια τώρα, απ’ τον σκληρό Σταθμάρχη του χωριού.
  Ο καπετάνιος χαμογέλασε και είπε στους έκπληκτους χωρικούς …ο Σταθμάρχης σας, ήταν καλό παλικάρι. Ξέρετε πόσοι λεβέντες ήρθαν σε μας στο βουνό απ’ την τακτική του, να σας βασανίζει;
  Είναι νομίζω η πεμπτουσία της αιτίας για την αιματηρή, εμφύλια εμπλοκή μας. Όχι τα ιδεοπολιτικά παιχνίδια και οι ιδεολογίες, που αφορούν ελάχιστο αριθμό μυημένων και φανατικών…
  Όταν έβλεπε ο νεολαίος να συλλαμβάνεται ο φίλος του, την κοπανούσε απ’ την χαράδρα στο βουνό, αφού πίστευε ότι σειρά έχει ο ίδιος…
  Και κανείς φυσικά δεν αφήνει το ζεστό κρεβάτι του, έστω και του φτωχικού του, να κάνει σπίτι το αμπρί του στο Σμόλικα, Τον Γράμμο, το Βίτσι και να του ρίχνουν Ναπάλμ τα αεροπλάνα. 30 – 40 – 50.000 παρανοϊκούς κι άγριους λύκους, αποκλείεται να είχε η Ελλάδα…
  Την παρακάτω ιστορία, μου την είπε ο Π.Σ. Αμυνταιώτης, πρωταγωνιστής ενός τραγικού επεισοδίου εκείνης της μαύρης περιόδου της πατρίδας.
  «Ο πατέρας μου δικάζονταν στο στρατοδικείο Φλώρινας, μαζί με άλλους, κανείς τους φυσικά δεν ήταν αντάρτης!
  Εγώ υπηρετούσα τη θητεία μου στην Κοζάνη και πολεμούσαμε τους αντάρτες στο Γράμμο.
  Ζήτησα άδεια, που ευτυχώς μου έδωσε ο διοικητής μου και με την στολή του φαντάρου, βρέθηκα να παρακολουθώ τη δίκη του αγρότη πατέρα μου.
  Η πρόταση του εισαγγελέα, ήταν … «θάνατος».
  Το δικαστήριο κάνει διακοπή για σύσκεψη των στρατοδικών κι έκδοση της απόφασης.
  Με τη ψυχή στο στόμα και βουρκωμένα μάτια, βλέπω ένα φαντάρο με το δίσκο και καφέδες, να πηγαίνει προς την πόρτα που συσκέπτονταν οι στρατοδίκες…
  Ξαφνικά φωτίζεται ο νους μου. Σε παρακαλώ συνάδελφε, δώσε το δίσκο να πάω εγώ τους καφέδες, θέλω να πω κάτι στους δικαστές…
  Με το δίσκο στο χέρι, τρέμοντας, αφού τον άφησα στο τραπέζι των αξιωματικών, ψέλλισα δακρυσμένος …σας παρακαλώ κύριοι δικαστές, μην σκοτώνετε τον πατέρα μου!!!
  Με κοίταξαν απορημένοι για το θράσος ενός φαντάρου.
  Τελικά, η απόφαση τους ήταν φυλάκιση κι όχι θάνατος».
  Ο πατέρας του – ένας γνωστός, συμπαθέστατος σ’ όλους τους Αμυντιώτες αγρότης, πέθανε 100 χρονών, πριν δεκαριά χρόνια!
  Ποιος δεν θα δακρύσει αν το δει σε ταινία ενός σωστού κινηματογραφιστή;
  Αυτή ήταν η «Μεγάλη Εβδομάδα», διάρκειας 3 ετών, που έπληξε όλη την Ελλάδα, αλλά, ρήμαξε στην ουσία τη Δυτική Μακεδονία…

  ΥΓ 1. Το Αμύνταιο κτυπήθηκε δυο φορές απ’ τους αντάρτες στη διάρκεια του εμφυλίου. Η πρώτη, τη νύχτα της 26/7/47, παραμονή Αγίας Παρασκευής.  Προφανώς, η παραπάνω φωτογραφία, έχει λάθος ημερομηνία.
Κυνηγοκεφαλοί επί σκηνής.
Καημένες μανάδες. Αλλοίμονο…
  Το δεύτερο κτύπημα έγινε 19/4/49, του Λαζάρου, παραμονές Πάσχα.
  Ήταν ιδιαίτερα μαχητικό, με πολλά θύματα απ’ την μεριά των ανταρτών.
  Έγινε 2 μήνες μετά την αποτυχημένη – πολύνεκρη γι’ αυτούς «Μάχη της Φλώρινας, 12/2/49».
  Αυτά τα ανθρώπινα κουφάρια, είχαν μανάδες, γονείς, αδελφάδες, φίλους. Πήγαν σχολείο, ερωτεύθηκαν, γλέντησαν, δούλεψαν, έζησαν σαν όλους μας. Μέχρι που κατάντησαν «ανθρώπινα σκουπίδια» για εξαφάνιση από προσώπου γης.
  Απ’ την αρχαιότητα, νόμιμα, μόνο οι προδότες κι οι ιερόσυλοι έμεναν άταφοι. Άρα εδώ, οι σύγχρονοι Κρέοντες, έπραξαν νόμιμα.
  Η ταφή του νεκρού, ήταν Πανελλήνιος απαράβατος όρος.
Μάχη της Φλώρινας 12/2/49. 700 νεκροί αντάρτες περιμένουν
τη μπουλντόζα, για τον ομαδικό λάκκο…
  Η Αντιγόνη της τραγωδίας του Σοφοκλή μας θύμισε, ότι πάνω απ’ τους γραπτούς, υπάρχουν οι άγραφοι νόμοι, που επιβάλει η συγγένεια του κοινού αίματος, που παραπέμπει σε θεϊκά, πάνω απ’ τους ανθρώπινους νόμους.
  Εδώ όμως, υπήρξαν σκληροί κι άτεγκτοι Κρέοντες, κι ανύπαρκτες, φοβισμένες, τσακισμένες Αντιγόνες…
  Μια ιστορική πορεία κατηφόρας του Ελληνισμού, όπου χάνονται οι Αντιγόνες και κυριαρχούν σταδιακά εγχώριοι ή ακόμα χειρότερα, ξένοι Κρέοντες.
  ΥΓ 2. Η σημερινή αδιαμφισβήτητη οικονομική κατάρρευση κράτους και πολιτών, κι ιδίως για κάποιους, μια πρωτόγνωρη κι απρόσμενη φτωχοποίηση, σε τίποτε δεν μοιάζει με την υπερ-τριτοκοσμική μιζέρια μερίδας του πληθυσμού, ιδίως ανταρτόπληκτων ορεινών χωριών της Ηπείρου, που μετακινήθηκαν βάσει σχεδίου στις πόλεις.
1948. «Συμμοριόπληκτοι» κάτοικοι ορεινών χωριών στην Καρδίτσα
  ΥΓ 3. Η τραγωδία του Σοφοκλή με τον άταφο Πολυνίκη, τον σκληρό Κρέοντα και την ατρόμητη Αντιγόνη, ωχριά στη βαρβαρότητα της εικόνας των αγέρωχων νικητών, μπροστά στα –από μέρες- κουφάρια, παρατημένα, στο έλεος των άγριων θηρίων!
Μόνο, που η αγριότητα η πολεμική των ανθρώπων, έδιωξε απ’ τα λημέρια τους τα’ απάτητα, τα πολύ λογικότερα άγρια θηρία, που θα έβρισκαν τώρα υπεράφθονη ανθρώπινη νεανική σάρκα, να χορτάσουν την αιώνια πείνα τους.
Παιδιά, ενός άλλου θεού.
Αλλοίμονο!
  ΥΓ 4. Η φρικτή εικόνα των κομμένων κεφαλιών υπήρξε και με πολύ μεγαλύτερο αριθμό και στο Αμύνταιο μετά από επιτυχή συμπλοκή έξω από την Παναγίτσα Εδέσσης.
  Άδειασαν τσουβάλια με κομμένα κεφάλια και τα ‘ριξαν σαν μπάλες αιματοβαμμένες, το ’49, Έλληνες στρατιωτικοί, σε κοινή θέα, για τρομοκράτηση, από καμάρι; μπροστά στον Άγιο Κωνσταντίνο Αμυνταίου.
  Ένας αλητάνθρωπος, έλεγε ο πατέρας μου, κλώτσησε ένα – δυό νεανικά, φρεσκοκομμένα κεφάλια!!! Οι άλλοι, οι περισσότεροι, αισθάνθηκαν φρίκη και αηδία.
  Ξαφνικά, κάποιος φώναξε …έρχονται Εγγλέζοι φωτογράφοι! Μάσαν, κακήν κακώς τα θλιβερά τους τρόπαια και τα έριξαν σε πηγάδι, έξω απ’ τον Αη Νικόλα. Φρίκη, φρίκη, φρίκη!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η εποικοδομητική κριτική και οι εναλλακτικές προτάσεις - απόψεις είναι απαραίτητες και ευπρόσδεκτες, ειδικά όταν το ζητούμενο είναι η ανταλλαγή ιδεών.
Τα σχόλια εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους και η ευθύνη (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές.
Κάθε υβριστικό, προσβλητικό ή άσχετο με το θέμα της ανάρτησης σχόλιο, θα διαγράφεται όποτε εντοπίζεται από την ομάδα διαχείρισης.
Ευχαριστούμε για τη συμμετοχή σου.