Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2026

Το μαγικό μας πανηγύρι, τα χρόνια της αθωότητας, της καλογερικής εγκράτειας μας και της υποφερτής, γενικευμένης μας πενίας…

 (Γράφει ο Α.Θ.Ρ.)
 …«Ελάτε να ελέπετε, ελάτε να τερείτε τα μέτερα παιδόπα, να καλκεύουσι τα τρανά τα μοτοσυκλέτα, να ονειρεύουσι ομάλε – ομάλε, στα ξύλινα τοιχώματα», (τον τελευταίο στίχο δεν θυμάμαι, πως τον έλεγε ποντιακά ο συμπαθής πόντιος, μ’ ένα μεγάφωνο που αντιλαλούσε σ’ όλο το Αμύνταιο)… αξέχαστες εικόνες, κι ανεπανάληπτες…
   Και για σεκόντο, ακόμα δυνατότερα αντιλαλούσαν άγρια μαρσαρίσματα κι εκρήξεις απ’ τις εξατμίσεις, δύο αρχαίων μοτοσυκλετών, που τρέχαν σημειωτών πάνω σε περιστρεφόμενους κυλίνδρους, σε εξέδρα, έξω απ’ τον τεράστιο ξύλινο κατασκεύασμα – πύργο που λέγονταν, διόλου μακάβρια, τελείως λογικά, «Γύρος του θανάτου»!
   Αμέτρητους τόνους καυσαερίων κι άκαυτης βενζίνης εισπνέαμε, εκστασιασμένοι θεατές, όλες τις ημέρες του πανηγυριού, σ’ ένα δωρεάν θέαμα που υπονοούσε το θαυμαστό σόου
που διαδραματιζόταν μέσα στον πύργο, που όμως προϋπόθετε εισιτήριο κάποιων δραχμών.
   Και εκείνη η σύσταση απ’ το μεγάφωνο… «παρακαλούνται οι καρδιακοί και οι έγκυες, να μην προσέρχονται στην επίδειξη (!)», λειτουργούσε ακόμα πιο προωθητικά, να εξασφαλίσουμε το αντίτιμο του εισιτηρίου για το εξτρίμ θέαμα, που χωρίς διόλου ψευτιά και κοροϊδία, σήμαινε αυτό του «Γύρου του θανάτου»!
   Η επικινδυνότητα του σόου, οδήγησε αργότερα την πολιτεία να απαγορεύσει τον «Γύρο του θανάτου» σαν επιχείρηση επιδείξεων.
   Τα μέτρα ασφαλείας τα… χρόνια της αθωότητας, ήταν σε ύπνωση. Κι άντε τώρα εμείς, μαθητές Δημοτικού, που γέμιζε τις αίθουσες του σχολείου μας το μεγάφωνο, άλλοτε με τα μαρσαρίσματα των μηχανών, να ακούμε τον Αντωνιάδη, τον Ζούλα, που χτυπούσαν με τη βέργα την έδρα, κάποιο θρανίο ή την πλάτη κάποιου μαθητή που κοιτούσε τα παράθυρα, αντί τον πίνακα και την έδρα.
   Οι αρχές του Οκτώβρη κάθε χρόνο, για τους ανθρώπους της μικρής μας πόλης, ήταν γεμάτες δραστηριότητες. Ήταν ο τρύγος πρώτα απ’ όλα, που δεν σήκωνε χασομέρι ούτε ξενόφερτους εργάτες του μεροκάματου. Όλοι του σπιτιού ήταν επιστρατευμένοι, μέχρι ν’ αρχίσει να βράζει ο μούστος στα υπόγεια, όχι μόνο των αγροτών αλλά και σχεδόν όλων των μικροαστών – επαγγελματιών.
   Ήταν το μάζεμα των αμυγδάλων, που όλοι σχεδόν στο Αμύνταιο είχαμε, για πούλημα, στον έμπορο ή σε κάποιον μεγαλομπακάλη.
   Οι ετοιμασίες για τον επικείμενο βαρύ τοτινό χειμώνα, σε κάρβουνο και ξύλα, είχε νωρίτερα συντελεστεί. Κάρβουνο Βεύης, 6 τόνοι και λιγότερα ξύλα για την μασίνα, μια σόμπα σ’ όλο το σπίτι, που ζέσταινε και μαγείρευε και σχεδόν δεν έσβηνε ποτέ της.
   Για τους πάμπολλους μικροεπαγγελματίες, το πανηγύρι ήταν μέρες σκληρής δουλειάς, που έφερνε εισόδημα κάθε χρόνο.
 
  Όλο το πανηγύρι με τα φτωχά του τότε εμπορεύματα, τις ταβέρνες (2-3 όλες κι όλες), τα «αλογάκια», τις «κούνιες», τον «Γύρο του θανάτου», θέατρα, χωρούσε μέχρι λίγο πριν το 1960, μέσα στην Πλατεία Αγοράς, που τότε ήταν χωμάτινη. Λίγο μετά, πήγε στην αλάνα, στο χώρο που αργότερα κτίστηκε η Εθνική και η Αγροτική Τράπεζα.
   Στην Μ. Αλεξάνδρου, το Ζυθεστιατόριο του συμπαθέστατου κυρ. Σωτ. Γεωργακόπουλου, Σαββάτο – Κυριακή είχε πάντοτε ορχήστρα και πελάτες νοικοκυραίους καλοντυμένους με τις γυναίκες τους, σ’ ένα γλέντι πανηγυρικό.
   Στην Πλατεία Αγοράς, πάντα είχαμε έναν θίασο με έργα της «εποχής φουστανέλα» και συνήθως δύο σκηνές με ταχυδακτυλουργούς και μισόγυμνες χορεύτριες, που χάζευε η νεολαία αλλά και οι μεγαλύτεροι μερακλήδες, που γέμιζαν τα σεξουαλικά τους όνειρα, για έναν χρόνο…
   Τα εστιατόρια μας, Γούσιας, Μηνάς, Μπούρτης, Ζωντανός, δούλευαν ασταμάτητα, με νοστιμιές ανεπανάληπτες, ιδίως με πελάτες απ’ τα προσφυγικά χωριά.
   Οι ταβέρνες, Σιστάκος, Γεωργακόπουλος, Χατζής, ψέναν ασταμάτητα σε ψήστρα και σούβλες.
   Το κρασί της περιοχής μας έρεε ασταμάτητα! Η μπύρα ήταν πιο πολυτέλεια, η ρετσίνα ανύπαρκτη.
   Μέσα στην αγορά, 2-3 ψευτοταβέρνες με καλαμωτή και μια μικρούλα ψήστρα, ψέναν σχεδόν μόνο κεμπάπια. Η Σωτήρα, ο Τρύφος ο Σίπκας κι ο Μάλλιος. Κεμπάπ με μπόλικο μπούκοβο και άσπρο φρέσκο ψωμί!
   Τα στομάχια των τότε ανθρώπων, γέμιζαν με μια φέτα ψωμί και δύο καμπάπια και φυσικά μπόλικο κρασί. Τα πιάτα στις ταβέρνες ήταν τα μισά απ’ τα σημερινά! (Ιατρικά, το στομάχι είναι ένας σάκος που μπορεί να χορταίνει με μισό κιλό φαγητό, μέχρι τρία κιλά! Όπως έχει μάθει, από καιρό και διαμορφώθηκε).
   Τα εμπορεύματα στο πανηγύρι είχαν άμεση σχέση με τους βαρείς τοτινούς χειμώνες, με την ανυπαρξία του νάιλον και των βιομηχανικών προϊόντων και φυσικά στην απουσία του ανοιχτού εμπορίου, που πλημυρίζει σήμερα τον πλανήτη, με φτηνά καταναλωτικά προϊόντα και κοντεύει να κάνει χωματερή κάθε κομμάτι γης…
 
  Το μαλλί και τα μάλλινα προϊόντα, ενδύματα, φλοκάτες, στρωσίδια, είχαν την πρώτη θέση στην προσφορά και τις πωλήσεις.
   Τα υποδήματα χειροποίητα κι ελάχιστα βιομηχανικά, υφάσματα για ράψιμο, χειροποίητα εργαλεία σιδηρουργικής, τότε που ήταν άγνωστο το πλαστικό και κυριαρχούσε ο τενεκές και το σίδερο…
   Είδη που απαιτούνται για το ζωικό κεφάλαιο, καπίστρια, χάμουρα, χαλινά, σχοινιά, κουδούνια.
   Ένας τελείως άγνωστος κόσμος για τους νέους μας, που όμως έζησε περίπου στις ίδιες συνθήκες κι ελάχιστες τότε αλλαγές, χιλιάδες χρόνια. Απλά, το ξύλινο αλέτρι, ηλικίας 10 χιλ. χρόνων, έχει γίνει τα νεότερα 1000 χρόνια, σιδερένιο.
   Τα πράσινα λεωφορεία του τότε ΚΤΕΛ, βαρυφορτωμένα, πηγαινοέρχονταν σ’ όλο το λεκανοπέδιο με χορτασμένους πανηγυριστές, που ψώνισαν, φάγαν, ήπιαν, χάζεψαν, χάρηκαν, ξόδεψαν το σφικτό τους κομπόδεμα.
   Σημαντική παρουσία στο πανηγύρι μας είχαν και οι παράγκες με υποτιθέμενα καζίνο(!) που ξεζούμιζαν το πενιχρό κομπόδεμα των τζογαδόρων της περιοχής μας. Το ρόλο της ρουλέτας έπαιζε ο… γούργουλας, ένας λαμαρινένιος ή ξύλινος πύργος, που έριχνε μέσα του ο υπάλληλος ένα μεγάλο ζάρι, που κυλούσε μέχρι να σταματήσει στον αριθμό που κάποιος είχε ποντάρει και κέρδιζε… Φυσικά, αυτός ήταν ένας στους δέκα, που πόνταραν!
 
  Υπήρχαν και οι μαφιόζοι «παπατζήδες», που ταχυδακτυλουργικά, με τρία τραπουλόχαρτα, έπειθαν τον αφελή να ποντάρει στο χαρτί με τον παπά, πάντα επηρεασμένοι απ’ τον συνεργάτη του παπατζή, που δήθεν έπαιζε και κέρδιζε (αβανταδόρος λέγονταν αυτός)…
   Το βράδυ της Δευτέρας, βαρύθυμοι, κουρασμένοι, απένταροι, τραβούσαμε αργά για το σπίτι, όπου ήδη υπήρχε αναμμένη γερά η μασίνα, αφού το κρύο του χειμώνα άρχιζε στο πανηγύρι. Και πάντα θυμάμαι τρώγαμε τηγανιτή παλαμίδα και πίναμε μούστο, απ’ το δικό μας κρασί που γουργούριζε κάτω στο υπόγειο, μοσχομύριστο και κατακόκκινο σαν αίμα.
   Το πανηγύρι του Αμυνταίου, ήταν και συνεχίζει να είναι το πιο σημαντικό, σημαδιακό, απίθανο σαν γεγονός ενός τόπου, που προσπαθεί να σταθεί όρθιος, μια δύσκολη εποχή που πληγώνει ιδίως την περιφέρεια, που ερημώνει από νεολαία και δουλειές, χρόνο με το χρόνο!
   Το πανηγύρι μας, που με τον υπερκαταναλωτισμό γιγαντώνεται τα τελευταία χρόνια και οι προσερχόμενοι του ξεπερνούν τα σύνορα της χώρας μας, με χιλιάδες επισκέπτες απ’ τα γειτονικά Μπίτολα, είναι η πιο ιστορική απόδειξη της σημαντικής γεωγραφικής θέσης, που είχε ανέκαθεν η μικρόπολη μας.
   Και η γεωγραφική αξία ενός τόπου, είναι πλούτος που πρέπει να αξιοποιούμε, για όφελος της πόλης και των ανθρώπων της!
   Και σήμερα που ο πλούτος δεν είναι οι… φλοκάτες, τα χάμουρα και τα σαμάρια, αλλά ο τουρισμός και με ένα Αμύνταιο στη μέση της απόστασης από Πρέσπα, Καϊμάκτσαλαν, Καστοριά και Νυμφαίο, ένας επισκέψιμος κρασότοπος, με 4 λίμνες, με ονομαστά οινοποιεία και τρία διάσημα εστιατόρια, μπορεί και πρέπει να ποντάρει για το μέλλον του, σοβαρά και με σχέδιο στην ανερχόμενη «βιομηχανία» του τουρισμού!
   …Πάντα η ελπίδα, πεθαίνει τελευταία! Ευτυχώς…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η εποικοδομητική κριτική και οι εναλλακτικές προτάσεις - απόψεις είναι απαραίτητες και ευπρόσδεκτες, ειδικά όταν το ζητούμενο είναι η ανταλλαγή ιδεών.
Τα σχόλια εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους και η ευθύνη (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές.
Κάθε υβριστικό, προσβλητικό ή άσχετο με το θέμα της ανάρτησης σχόλιο, θα διαγράφεται όποτε εντοπίζεται από την ομάδα διαχείρισης.
Ευχαριστούμε για τη συμμετοχή σου.