Η κατοχή…
Ποια ήταν η διοικητική, κρατική κατοχική
υπόσταση μετά την ορκωμοσία του δοσιλογικού Ελληνικού κράτους – κυβέρνησης, του
φιλογερμανού στρατηγού Τσολάκογλου, που προηγούμενα υπέγραψε τη συνθηκολόγηση
της Ελλάδας, με τον γερμανό στρατάρχη φον Λίστ;
Η «κυβέρνηση» η δοσιλογική, ήταν κάτι, σε
επάνδρωση, μια συνέχεια του δικτατορικού καθεστώτος του Μεταξά, ο οποίος μια
ζωή φιλογερμανός, λίγο πριν το «ΟΧΙ», έγινε …Αγγλόφιλος;!
Η χωροφυλακή, συνέχισε για τη τήρηση της
τάξης και παραβάσεις ήσσονος σημασίας και βέβαια τη δίωξη του κομουνισμού, με
την οποία ήταν γαλουχημένη, δεκάδες χρόνια πριν…
Τα σχολεία συνέχισαν τα μαθήματα τους. Το
Γυμνάσιο Αμυνταίου έκλεισε. Η λοιπή μικρή τότε κρατική υπαλληλία, συνέχισε.
Εκλεγμένη Αυτοδιοίκηση, λόγω προηγούμενης
Δικτατορίας, δεν υπήρχε.
Τα καταστήματα, εργαστήρια, πιο κουμπωμένα,
λόγω ελλείψεων, συνέχιζαν τη δουλειά τους. Ακόμα κι οι ταβέρνες, με λιγοστά
τώρα τα προσφερόμενα, συνέχιζαν και γράφτηκαν στις πόλεις, τα πιο ωραία λαϊκά
τραγούδια!
Οι αγρότες καλλιεργούσαν τα χωράφια τους, με
την υποχρέωση παράδοσης μέρους των προϊόντων, για τον επισιτισμό του κατοχικού
στρατού.
Εκείνοι που νοιώσανε τη φρίκη της κατοχής, με
πρώτους βέβαια τους άμοιρους που πέσανε στα νύχια της Γκεστάπο, ή τα αντίποινα,
ήταν η εργατιά κι η υπαλληλία.
Η αυτοδιοργάνωση της οικονομίας του κατοχικού
κράτους, τίναξε στα ύψη τον πληθωρισμό, έκανε πλούσιους τους μαυραγορίτες κι
εξαφάνισε την αξία του χαρτονομίσματος, που «έκοβε» χωρίς έλεγχο η Γερμανική
μηχανή! («Καταρράκτες» λέγονταν τα χαρτονομίσματα).
Στη Βόρειο Ελλάδα, χώρο κυρίαρχο ελέγχου κι
επιτήρησης μιας περιοχής με ιδιαιτερότητες, με σημαντικό αριθμό αλλόγλωσσων σε
σχέση με την Ελληνική λαλα (Σλαβόφωνοι, Τουρκόφωνοι, Βλαχόφωνοι,
Αρβανιτόφωνοι), ξεχωριστή πολιτικο – διοικητική θέση ήταν αυτή του «Επιθεωρητή
Νομαρχιών», που κατείχε ο πρώην Μεταξικός στρατηγός, Αθανάσιος Χρυσοχόου.
Ο Χρυσοχόου, ο Μεταξικός και στη συνέχεια
δοσιλογικός «Επιθεωρητής» στην ορθή για άλλους, εμμονική για κάποιους,
εναντίωση του για Βουλγαρική διείσδυση στη Βορ. Ελλάδα, της τωρινής συμμάχου
του Χίτλερ, φασιστικής Βουλγαρίας, έφτασε στην απόρριψη στο σύνολο της ΕΑΜικής
αντίστασης και στην πολεμική εναντίον της, με συμπαράσταση στον ναζιστή
κατακτητή!
Ο κατοχικός Νομάρχης Φλώρινας, Μπόνης, επιλογή Χρυσοχόου, κινήθηκε στο
ίδιο μήκος κύματος με τον προϊστάμενο του, σίγουρα πιο μετριοπαθής απ’ τον
προκάτοχο του, Μεταξικό Τσακτσήρα,
που συνέδεε το όνομα του με το «ρετσινόλαδο» και τις εξορίες του σλαβόφωνου μας
πληθυσμού!
Στο Αμύνταιο, επιλογή Μπόνη, σωστή κατά
γενική ομολογία και εκ του αποτελέσματος αποδεικνυόμενη», ήταν για κοινοτάρχης
της τότε Κοινότητας Αμυνταίου, ο Λεωνίδας
Ρακόπουλος, (αδελφός του παππού μου).
Φανατικός Βενιζελικός, Κεντρώος, παράγοντας
στο Αμύνταιο, πρόσφυγας απ’ την Ανατ. Θράκη, γαμπρός Αμυνταιώτης, που βρέθηκε
με τα άλλα τρία αδέλφια του εδώ, μετά από απέλαση των Τούρκων το 1914, για
«αντι-Τουρκική δράση»! (το 1912-13 ήρθαν στην Ελλάδα εθελοντές και πολέμησαν
την Τουρκία!).
Ένας άνθρωπος κοινωνικός, γεμάτος λαϊκή
σοφία, χιούμορ και ανοιχτή καρδιά, ένας φτωχός βιοπαλαιστής τσαγκάρης, που δεν
είχε δικό του σπίτι για τα 6 παιδιά του, να στεγάσει!
Έβγαλε το Αμύνταιο χωρίς τραύματα, μέσα από
φονικές συμπληγάδες αντικρουόμενων ιδεολογικών, εθνικών συμφερόντων, που
εσκεμμένα δημιούργησε η ξενική κατοχή.
Το «διαίρει και βασίλευε» πάντα λειτουργεί
υπέρ του δυνάστη και ποτέ υπέρ του Λαού και του έθνους, στην ιστορία.
…«Αν κάνετε συλλήψεις για αντίποινα», έλεγε σε επήκοον όλων στον
υποφρούραρχο της πόλης μας, Αιμίλιο
Μύλλερ, με την μεταφράστρια τη Σόνια, «πρώτον
εμένα να πάρετε»!
…«Ναϊν, ναϊν, Λεωνίδας», απαντούσε ο Αιμίλιος,
τρωγοπίνοντας μεζεκλίκια νόστιμα στου Γούσια,
στα συχνά τραπεζώματα ενός φτωχού, αλλά κιμπάρη κοινοτάρχη…
Εν μέσω κατοχής, ένα ξυπόλητο ζητιανάκι, του
ζήτησε ψωμί στο τσαγκαράδικο του κοινοτάρχη… «Από πού είσαι;» ρωτάει
το άγνωστο ζητιανάκι. «Από
Κέρκυρα, κι είμαι ορφανό». «Θέλεις να ‘ρθείς στο σπίτι μου παιδί μου;». Κι έγινε παιδί του ο Σπύρος! «Τι 6, τι 7 στόματα», έλεγε ο θείος μου!
Δεκαετία του ’50, πάντα στις γιορτές, θυμάμαι
σε τραπεζώματα να μαζευόμαστε όλο το σόι, στο φτωχό σπιτικό του, γεμάτο όμως
από ζεστασιά, κέφι και έξω καρδιά, με άγνωστες σήμερα λιχουδιές, που γέμιζαν τη
ψυχή των τοτινών ανθρώπων, που ξέραν να γλεντούν με το τίποτα!
Ένας μικρός επαρχιακός τόπος το Αμύνταιο, που
έδωσε στα δύσκολα χρόνια της κατοχής:
Α) Τον Γραμματέα του ΕΑΜ της Ελλάδας, τον «αριστοκράτη» της Αριστεράς,
τον Θανάση Χατζή!
Β) τον σημαντικότερο αντιστασιακό του νομού μας, με δράση, τον
νεαρό ΕΑΜίτη, φοιτητή Νομικής, τον Πετρούλη
Κορίνα.
Γ) Το σημαντικότερα σαμποτάζ του νομού, με αποκλειστική συμμετοχή
από νεολαίους Αμυνταιώτες, μαζί και τον υπασπιστή του (σαμποτάζ του τραίνου στη
Βεύη).
Δ) Την εκτέλεση του
Υποφρούραρχου Αμυνταίου, μαζί με τον υπασπιστή του, (Κορίνας, Περπερίδης) και
την απελευθέρωση του «Αθάνατου»!
Ε) Τη συμμετοχή στο σαμποτάζ του τραίνου, φορτωμένου πολεμικό υλικό,
με μηχανοδηγούς δύο τραγικά αδέλφια Αμυνταιώτες (Τζουτζουμάνη), που με κομμένα τα φρένα εκτροχιάστηκε στην Σκύδρα
και σκοτώθηκαν οι μηχανοδηγοί και Γερμανοί στρατιώτες.
Μ’ όλο αυτό το αντιστασιακό προηγούμενο που
σχετίζονταν με τη μικρόπολη μας, χωρίς να υπάρξουν αντίποινα των Γερμανών,
είναι ένα δύσκολα εξηγήσιμο ιστορικό γεγονός, που εύλογα παραπέμπει σε γενική
παραδοχή, ότι αυτός ο θυμόσοφος λαϊκός, γεμάτος ζωντάνια και διπλωματία,
κοινοτάρχης του Αμυνταίου, συνετέλεσε εν πολλοίς να βγει απ’ τη λαίλαπα της
κατοχής, σχεδόν αναίμακτα ο τόπος μας, μόνο με 6 θύματα, οι 4 αντάρτες του ΕΑΜ
κι οι 2 νεολαίοι, συμμέτοχοι στο σαμποτάζ της Βεύης, θλιβερός, αλλά ελάχιστος
για εκείνες τις συνθήκες κατοχικός απολογισμός θυμάτων!
Κι αυτό, όταν Κλεισούρα, Πύργοι, Μεσόβουνο,
Αετός, Νυμφαίο, Λέχοβο, στην περιοχή μας, πνίγηκαν κυριολεκτικά στο αίμα, τα
αποκαΐδια και το θανατικό, με μικρότερα ή ελάχιστα ενοχοποιητικά τεκμήρια, για
αντικατοχική δράση!
Είμαι σίγουρος, ότι θα βασάνισε για χρόνια,
τον αγαθό κοινοτάρχη, εκείνο το αναίτιο πογκρόμ των 16 εκτελεσμένων αθώων στον
Αετό, όταν ρίξαν το κουφάρι του Αμυνταιώτη αντάρτη Βαγγέλη Τζήκα, στα πόδια του, οι Γερμανοί, έξω απ’ το Δημαρχείο και
του είπαν αυστηρά, δείχνοντας τον νεκρό…
«Αμύνταιος»! (είναι Αμυνταιώτης ο
αντάρτης)… Τα αντίποινα προβλέπονταν
στον τόπο κατοικίας του αντάρτη, ή όταν ήταν άγνωστη αυτή, στον τόπο που έγινε
το επεισόδιο εναντίον τους.
Το εύλογο, το πιο ανώδυνο γι’ αυτόν, ίσως και
το πιο δίκαιο, ήταν να πει… «Για,
για, Αμύνταιος» και να γίνουν τα
αντίποινα σε αθώους Αμυνταιώτες! Το πιο επικίνδυνο γι΄ αυτόν, ήταν ότι αρνήθηκε
επίμονα τη ταυτότητα του νεκρού πατριώτη του! Και σίγουρα αυτό ήταν ένα
παιχνίδι με τη ζωή του!
Οι Γερμανοί είχαν εμπιστοσύνη στα λεγόμενα
των επίσημων αρχών, σαν ορθολογιστές Προτεστάντες, αλλά, μισούσαν θανατερά τον
ψεύτη…
Οι Γερμανοί, σίγουρα από πληροφορίες, στον
τόπο της συμπλοκής, δεν πίστεψαν κι έριξαν το κουφάρι του νεκρού σ’ ένα ανοιχτό
χώρο κοντά στο ανατολικό Αμύνταιο, σε κοινή θέα, μέχρι που μύρισε, για να δούνε
να πλησιάζει μια μάνα, μια σύζυγος, ένα παιδί, με κλάματα και μοιρολόγια…
Όμως ειδοποιημένες άμεσα, με τον γραμματέα
της Κοινότητας (Βακαλόπουλο), μάνα
και γυναίκα του νεκρού, για το κακό που τους βρήκε και που θα έκλεινε σπίτια αν
πρόδιδαν την ταυτότητα του, έπνιξαν το κλάμα με αναφιλητά, κι άφησαν τον
άνθρωπο τους, να τον περιτριγυρίζουν σκυλιά και μύγες. Έτσι κατέληξαν οι
Γερμανοί, στο αναίτιο πογκρόμ του Αετού!
Ο Πρόεδρος, ο Δήμαρχος, ο Νομάρχης, ο
Δεσπότης, ο Αστυνόμος, με σωστή παρέμβαση πάντα επηρέαζαν για τη πρόταση τους,
τον κατακτητή. Πάντα σε περιόδους βίας, αβεβαιότητας κι ανομίας, ο παράγοντας
άνθρωπος, που βρίσκεται σε υπεύθυνη θέση, σηματοδοτεί τις εξελίξεις στη θετική
ή αποκρουστική πλευρά της υπόθεσης.
Το Αμύνταιο το έζησε θετικά στη κατοχή, σε
σχέση με το πογκρόμ 28 ανθρώπων του που εκτελέστηκαν στο Ελληνικό Στρατοδικείο
Φλώρινας, το 1949, χωρίς να τους συμπαρασταθεί ούτε ένας επώνυμος Αμυνταιώτης!!!
Πως ήταν η ζωή, τα 3,5 χρόνια ξενικής κατοχής στο Αμύνταιο;
Κατ΄αρχάς, το σίγουρο είναι ότι ν πείνασε ο
πληθυσμός, όπως συνέβη αυτό, ιδίως σε Αθήνα και άλλες μεγάλες πόλεις.
Η «γιάμα», λίγο πριν την κατοχή, εφοδίασε
τους πλείστους υλικά για την επιβίωση κι έγινε ένα χρήσιμο ανταλλάξιμο μέσο
επιβίωσης.
Φυσικά οι αγρότες μας, πρώτοι απ’ όλους, δεν υπεστήκανε
σχεδόν καμία οργανωμένη, βίαιη αρπαγή της παραγωγής τους.
Οι μικροεπαγγελματίες – μικροαστοί, όλοι
τους, ήταν και μικροαγρότες! Δεν τους έλειψε το γάλα, το αβγό, το κρασί, το
ψωμί, το κρέας, που ήταν προϊόντα δικής τους παραγωγής.
Η λίμνη, τα χρόνια εκείνα και το πεντακάθαρο
ποτάμι, ήταν γεμάτη νόστιμα ψάρια, που πρόσφεραν άφθονη τη πρωτεΐνη τους και
στον φτωχότερο συμπολίτη μας.
Στις κηδείες, πάντα το τραπέζι μετά τη ταφή,
για πάμπολλα χρόνια, στο σπίτι του νεκρού, ήταν γριβάδι πλακί, με μαϊντανό,
κρεμμυδάκι, πατάτες στο φούρνο! (μόνο το λάδι που χρειαζόταν γι’ αυτό το έδεσμα
τους έλειπε).
Εκείνοι που υπέφεραν στην κατοχή, ήταν οι
Δημόσιοι υπάλληλοι, αφού ο ανέλεγκτος πληθωρισμός απ’ την αποδιοργάνωση του
εμπορίου κατέτρωγε το μηνιαίο εισόδημα τους.
Στο πατρικό του παππού μου Άγγελου, κτισμένο
τη δεκαετία του ΄30 και όντας καινούργιο και σύγχρονο, τα χρόνια της κατοχής
έγινε επίταξη ενός δωματίου, στο οποίο έμεναν δύο Γερμανοί, ένας δεκανέας κι
ένας απλός, που κάποτε εναλλάσσονταν από άλλους.
Στην αυλή του σημερινού Γυμνασίου, που τα
χρόνια εκείνα ήταν γήπεδο του ΕΡΜΗ, είχαν αποθηκευμένα τις βενζίνες και
πετρέλαια οι Γερμανοί και βρήκαν βολικό για τη φρούρηση τους το σπίτι το
πατρικό μας.
Στο γήπεδο του ΕΡΜΗ παίζονταν τις Κυριακές
και ποδοσφαιρικοί αγώνες με αντιπάλους του ΕΡΜΗ άλλοτε Γερμανούς κι άλλοτε
Ιταλούς!
Με τους Γερμανούς, η κατάσταση ασχέτως
αποτελέσματος κυλούσε χωρίς επεισόδια. Με τους Ιταλούς (ίσως και με απωθημένα
απ’ τη ήττα τους απ’ τους δικούς μας),
είτε έχαναν, είτε κέρδιζαν, ρίχναν χειροβομβίδες στον ανοιχτό χώρο προς το
νεκροταφείο, πανηγυρίζοντας ή αντιδρώντας άλλοτε στην ήττα τους.
Το μαγειρείο των Γερμανών, ήταν στο υπόγειο
του Σχολείου (Δημοτικού – Γυμνασίου τότε), που σήμερα είναι το κατ’ εξοχήν
παραδοσιακό μας κτίσμα, δίπλα στην εκκλησία.
Καθημερινά πήγαινε με τις δύο καραβάνες στο
χέρι ο Γερμανός συγκάτοικος κι έφερνε φαγητό για τους δυο τους.
Το φαγητό τους, σχεδόν πάντα, ήταν πατάτες
μπλουμ! Μαγειρεμένες μ΄ ένα βούτυρο σαν γράσο, που μόλις κρύωνε γίνονταν χοντρή
κρούστα.
Ότι περίσσευε στις καραβάνες τους, η γιαγιά
μου η Σουλτάνα τα έριχνε στο γουρούνι τους που είχαν στην αυλή… στη κουτσίινα
(το «τσι» παχύ). Κι ο παππούς μου σχολίαζε ειρωνικά… «Ούτε το γουρούνι δεν τρώει το φαγητό τους»!
Ποτέ τους δεν άρπαξαν ένα αβγό, μια κότα απ’
το κοτέτσι, δεν ζήτησαν γάλα, απ’ τις δύο αγελάδες του σπιτιού! Ήταν δύο «νοικοκύρηδες» που απλά δεν πλήρωναν
νοίκι!
Πάσχα – Χριστούγεννα – γιορτές, τους καλούσαν
οι δικοί μου στο γιορτινό –σχετικά πλούσιο- τραπέζι της ξεχωριστής μέρας, κι
έτρωγαν γιορτινά μαζί τους.
Τότε χαλαρωμένοι απ’ το γευστικό φαγητό, το
μπρούσικο κρασί, το τσίπουρο (όλα σπιτικά), άνοιγαν το πορτοφόλι κι ο πιο
νεαρός έδειχνε την ξανθιά αρραβωνιαστικιά του, όλο περηφάνια. Ο μεγαλύτερος, με
έκδηλη τη συγκίνηση του γονιού, έδειχνε δύο νέους ντυμένους στη στολή της
Βέρμαχτ, κι έλεγε δακρυσμένος… «Δεν
έχω νέα τους. Πολεμάνε στη Ρωσία, χάθηκαν!».
Η τραγικότητα του πολέμου κοινή για όλους και
πόσο μοιάζουν τελικά όλοι οι άνθρωποι στις ανθρώπινες στιγμές τους! (10 εκατ.
οι νεκροί Γερμανοί, 20 εκατ. οι Ρώσοι, 50 εκατ. όλη η Ευρώπη), φρίκη! Και μια
Ευρώπη σήμερα, που εξοπλίζεται για καινούργια καταστροφή! Ουστ, ρε, κοπρόσκυλα!
Ανοιξιάτικος Απρίλης του ’43, απόσπασμα των
ΕΣ-ΕΣ, μπλοκάρει το πατρικό μας. Πηγαίνουν κατευθείαν στο πλυσταριό και σκάβουν
σ κάποιο σημείο τον τοίχο, σε κρύπτη μέσα του ανακαλύπτουν τυλιγμένα,
γρασαρισμένα όπλα των δικών μου, που έφεραν απ’ το Αλβανικό, σαν ενθύμια.
Δένουν όλη την 5μελή οικογένεια και την
οδηγούν στις φυλακές της Γκεστάπο της Φλώρινας! Παγωμάρα στο Αμύνταιο…
Τι είχε προηγηθεί απ’ το συνταρακτικό αυτό γεγονός;
Στο γειτονικό μας σπίτι που ήταν
μοδιστράδικο, κι είχε 3 μοντέρνα κορίτσια, η μία μάλιστα κάποιο διάστημα
διερμηνέας των Γερμανών, κάποιο διάστημα η θεία μου Ελένη μάθαινε μοδίστρα,
κάποτε σε πιθανόν εξ επί τούτου συζήτηση για όπλα, η 18χρονη θεία μου αφελώς
αποκάλυψε το μυστικό των κρυμμένων όπλων των αδελφών της!
Αργότερα, ο πατέρας μου αντιλήφθηκε ότι
μπαινόβγαιναν στο μοδιστράδικο ιδίως Ιταλοί, κι όχι βέβαια για να ράψουν
κοστούμι…
Έκανε επεισόδιο φωνάζοντας στο δρόμο στην
αδελφή του… «μη σε δω να ξαναπατήσεις
σε κείνο το βρωμόσπιτο»!
Σίγουρα άκουσαν τον καυγά δίπλα και κάρφωσαν
για τα όπλα! Έτσι βρέθηκε η οικογένεια για ανακρίσεις, δεκαριά μέρες στη
Φλώρινα, χωρίς ευτυχώς να τους βασανίσουν, αφού σίγουρα η κατηγορία τους
σήμαινε καταδίκη σε θάνατο!
Στη Φλώρινα, τον πρώτο χρόνο κατοχής, γίναν
επί τόπου εκτελέσεις πολιτών, που πιάστηκαν με κρυμμένα όπλα.
Στο κρατητήριο, ο πατέρας μου, ζήτησε απ’ τον
φύλακα κουρέα και κούρεψε σύριζα το κεφάλι του! Απόρησε η αδελφή του… «Γιατί ρε Θόδωρε;». «Θα ψειριάσουμε εδώ
μέσα», είπε στον πατέρα και τον
αδελφό του! Τις ψείρες έτρεμαν, όχι το εκτελεστικό!
Τα χρόνια εκείνα, όλα ήταν τόσο διαφορετικά,
μ’ ότι εννοούμε εμείς σήμερα, αξίες, προτεραιότητα, ζωή, αξιοπρέπεια, αντοχές!
Απ’ τη Φλώρινα οδηγήθηκαν σιδηροδέσμιοι στο
«μεταγωγών» Σαλονίκης μέχρι να οριστεί η
δίκη τους στο Ανώτερο στρατοδικείο Βορ. Αιγαίου.
Ο γερμανόφωνος δικηγόρος που χρυσοπλήρωσαν,
τους ξεκαθάρισε ότι τουλάχιστον να αναλάβει ένας την ευθύνη για τα όπλα, για να
σωθούν οι υπόλοιποι!
Ο γονιός και τα αγόρια δεν συμφωνούσαν για το
ποιος πρέπει να αναλάβει την ευθύνη. Ο καθένας ζητούσε να αναλάβει αυτός, να
γλυτώσουν οι άλλοι. Στο «Μεταγωγών» που κρατήθηκαν περίπου ένα μήνα, μέχρι τη
δίκη, άκουγαν την ιστορία του κάθε κρατούμενου και τη σύγκριναν πολύ ελαφρότερη
απ΄ τη δική τους.
…«Εμένα με πιάσανε επειδή έκλεψα ένα
Γερμανικό λάστιχο αυτοκινήτου»… «Εγώ μπούκαρα σε φορτηγό τους κι έκλεψα
κονσέρβες»… «Εγώ έτσι, εγώ αλλιώς»! Όταν άκουγαν οι άλλοι για κρυμμένα όπλα,
κουνούσαν αμίλητοι το κεφάλι τους και προσπαθούσαν να τους παρηγορήσουν.
Στη δίκη τους και στις καταθέσεις τους, ο
καθένας ισχυριζόταν απ’ τους άντρες ότι τα όπλα ήταν δικά του, κι ότι οι άλλοι
δεν ξέραν τίποτε! Όταν αγόρευε ο Γερμανός εισαγγελέας, ο δικηγόρος έκπληκτος
έσκυψε και τους ψιθύρισε… «Αυτός μιλάει
θετικά για εμάς»…
Τι περίπου είπε ο εισαγγελέας…
Α) Ότι τα όπλα ήταν κρυμμένα
στο τοίχο κι όχι έτοιμα για χρήση. Μίλησε για μια οικογένεια δεμένη, που
θυσιάζει ο καθένας τον εαυτό του για τους άλλους. (Οι Γερμανοί ήταν φανατικοί
στο «Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια»)!
Για ανθρώπους που αγαπούν την πατρίδα τους
και τα όπλα, που όμως δεν τα είχαν εναντίον τους…
Β) Τι κρύβονταν πίσω απ’ την
αθωωτική απόφαση που ακολούθησε;
Σίγουρα υπήρχε ο παράγων
Γερμανικής προπαγάνδας προς τα έξω, ότι είναι δίκαιοι στις κρίσεις τους στα
δικαστήρια.
Τον μήνα της δίκης τους, γιόρταζαν τα
γενέθλια του Χίτλερ και πιθανόν υπήρχαν εντολές για επιεικείς αποφάσεις και
αθωώσεις.
Γ) Ποια ήταν τα υπέρ, που
συνετέλεσαν στην αθώωση;
Σίγουρα, οι πληροφορίες που είχαν απ’ το
φρουραρχείο στο Αμύνταιο, απ’ τους συγκάτοικους Γερμανούς στο σπίτι τους.
Κύρια, ότι δεν ήταν κομμουνιστές (που μισούσαν οι Ναζί), ενταγμένοι στο ΕΑΜ και
το αντάρτικο…
Σίγουρα, οι ευμενείς πληροφορίες τους απ’ τον
Έλληνα αστυνόμο του Αμυνταίου, τον παπά, τον κοινοτάρχη θείο μας, τους εμπόρους
της αγοράς της πόλης.
Την Άνοιξη του ’44, ο πατέρας μου βγήκε
αντάρτης στο βουνό, στο 28ο Σύν/γμα του ΕΛΑΣ. Ο δεκανέας Γερμανός
έλεγε στον παππού μου, έτσι απλά, χωρίς υπονοούμενο κάποιας απειλής… «Τέοντορ παντιτ» (ο Θόδωρος αντάρτης). Κι ο παππούς μου του απαντούσε, χωρίς
φυσικά να το πείθει… «Νάιν,
Τέοντορ αρμπάϊτ Σαλόνικα» (Ο
Θόδωρος δουλεύει στη Σαλονίκη). Αυτά, χωρίς να διαταραχτούν οι σχέσεις τους και
να χαλάσει η συμβίωση τους.
Κάποιες φορές, ο σαραντάχρονος έδωσε χρήματα
στον θείο μου, ν’ αγοράσει απ’ τον μπακάλη σταφίδες και σύκα. Τα συσκεύασε σε ένα όμορφο δεματάκι και τα
έστειλε με το ταχυδρομείο στη γυναίκα του στην Γερμανία!
Μια φορά άκουσε ο θείος μου λυγμούς και
κλάμα, πίσω απ’ την κλειστή πόρτα των Γερμανών. Χτύπησε την πόρτα και είδε στο
έμπα της, τον νεαρό Γερμανό να κλαίει!
…«Βαρουμ;» (γιατί), ρώτησε απορημένος… «Μόργκεν»
(αύριο) του απάντησε με νόημα ο Γερμανός (αύριο θα μάθω). Την άλλη μέρα
μάθαμε στο Αμύνταιο για το φοβερό πογκρόμ στο Μεσόβουνο, με δεκάδες αθώους
εκτελεσμένους! Είχε πάρει μέρος στην
εκτέλεση αθώων, κι έκλαιγε κρυφά ο εκτελεστής! Η τραγικότητα κι η κατάρα του
πολέμου!
Προς τα τέλη της κατοχής, δεκανέας, ήρθε στο
σπίτι τους ένας μεγαλούτσικος και κάθε άλλο, παρά τυπικός Γερμανός, ο Βίλλυ.
Αυτός, μια και δύο άρχισε να κάνει λαθρεμπόριο πετρελαίου, που γρήγορα το
μάθανε στα γειτονικά μας χωριά, που τόσο χρειάζονταν για τις γκαζόλαμπες το
πετρέλαιο.
Ο Βίλλυ δεν έπαιρνε λεφτά, που τότε μέρα με
τη μέρα χάναν την αξία τους! Ήταν της… ανταλλακτικής οικονομίας! Ένα μπουκάλι
πετρέλαιο το άλλαζε με μία κότα ή ένα μπουκάλι τσίπουρο!
Γέμισε το κοτέτσι της γιαγιάς μου κότες απ’
τα χωριά! Κάθε μέρα έψηνε μια κότα για τον Βίλλυ και έπινε στο γεύμα του κι ένα
νεροπότηρο τσίπουρο! Για μήνες, αυτό ήταν το συσσίτιο του!
Κάθε φορά πρότεινε και στον στρατιώτη
Γερμανό, να πάρει μερίδιο απ’ την κότα, πράγμα που το αρνούνταν επίμονα, ο
τυπικός Γερμαναράς! Κι ο μισοπιωμένος Βίλλυ φώναζε, εις επήκοον των δικών του… «Αυτό μαλ@@@, Άλς καπούτ, Στάιζεν».
Ήδη οι Ρώσοι τους είχαν πάρει φαλάγγι και
κατηφόριζαν προς Βερολίνο! Και δώστου τσίπουρο και ψητό κοτόπουλο ο Βίλλυ, στη
λογική τώρα… «ότι φάμε κι ότι πιούμε και στάΙζεν τα υπόλοιπα»!
Και τον Οκτώβρη του ’44, μάσαν τα τσαμπασίρια
τους, τρύπησαν με πυροβολισμούς τα βαρέλια με τα καύσιμα τους και την έκαναν
προς Σερβία μεριά, μέσω Κιλί Ντερβέν, όπου τους περίμενε η παρτιζάνικη Τιτοϊκή
τουρτούρα…
Όταν γύρισαν οι δικοί μου απ’ τη φυλακή στο
Αμύνταιο, βρήκαν το σπίτι τους περίπου λεηλατημένο, αφού όλοι πίστεψαν ότι δε
θα γυρνούσαν πίσω! Ο πατέρας μου, μέχρι που γέρασε, θυμόταν ότι όταν γύρισαν σ’
ένα άδειο σπίτι, νηστικοί και χαμένοι, ήρθε θεόσταλτο δώρο, μια κατσαρόλα
γεμάτη φαγητό, που τους έστειλε ο πρώτος έμπορας της πόλης μας, ο Χρήστος Βερυκούκης! Αυτά δεν
ξεχνιούνται ποτέ!
Κάποιες
μέρες μετά και στη σκέψη μιας δεύτερης σύλληψης ότι θα ήταν μοιραία, κι αφού
πήρε στα χέρια του κλειστό φάκελο απ’ τον «στρατολόγο» του ΕΑΜ στη πόλη μας, Θωμά Σταγιόπουλο, με μια τσάπα στον
ώμο, δήθεν πάει στο χωράφι, πέρασε έξω απ’ τον Φανό, στο Ραντόσι. (Ο κλειστός
φάκελος έγραφε για το «ποιόν» του υποψήφιου αντάρτη!).
Εδώ υπήρχε πλέον η Ελεύθερη Ελλάς (αντάρτικη)
του ΕΛΑΣ! Άρχισε πλέον το ’44 να αχνοφαίνεται, στο βάθος του σκοταδιού ως τα
τώρα, το φως της νίκης των συμμάχων, κι ιδίως με τη τρελή πορεία του κόκκινου
στρατού, που ασυγκράτητος κατηφόριζε για το Βερολίνο. Κι όσο αχνοφαίνονταν η
λευτεριά, τόσο λύσσαζαν οι φασίστες Γερμανοβούλγαροι, κι ιδίως τώρα που είχαν
αποκοπεί απ’ τον «άξονα» οι Ιταλοί.
Στη λογική του «διαίρει και βασίλευε» της
αποικιοκρατίας, τα πλείστα ντόπια χωριά του λεκανοπεδίου μας, Ασπρόγεια,
Περικοπή, Σκλήθρο, Αετός, Ξινό Νερό, εξοπλίστηκαν απ’ τους Γερμανο - Βουλγάρους
με τη δικαιολογία να προστατευτούν τα χωριά τους απ’ την εντεινόμενη πλέον
δράση αντίστασης του ΕΛΑΣ, που είχε επακόλουθο τα φρικτά Γερμανικά αντίποινα,
όπου εκδηλώνονταν έντονα.
Ο αγώνας, ιδίως του πολιτικού σκέλους του
ΕΑΜ, ήταν να πείθονται οι κάτοικοι να παραδίνουν τον δοσιλογικό εξοπλισμό τους,
όσα εξοπλίστηκαν, ή να αρνιούνται τον εξοπλισμό. (Ο Χρήστος Φιλίππου, υπήρξε τέτοιος διαπραγματευτής στα εντόπια χωριά
της Φλώρινας που πήραν όπλα. Το μόνο σπίτι που έκαψαν οι Γερμανοί στο Αμύνταιο,
ήταν το πατρικό του Χρήστου και του Φίλιππα, που είχαν ΕΑΜίτικη δράση!
Φυσικά, αργότερα το Ελληναράδικο κράτος τους έστειλε… εξορία, για αντικατοχική
δράση!).
Κάποιοι παρέδωσαν τα όπλα (Ξινό Νερό,
Αετός,Ασπρόγεια) σε κάποια έδωσε μάχη ο ΕΛΑΣ για τον αφοπλισμό τους (στο
Σκλήθρο έχασε και δύο αντάρτες κι είχε 6 τραυματίες).
Στα προσφυγικά, κι ιδίως Τουρκόφωνα χωριά,
αυτός ο δοσιλογικός εξοπλισμός τους λειτούργησε κι επιθετικά σε διπλανά τους
χωριά που βρίσκονταν δίπλα στον κυρίαρχο τότε ΕΛΑΣ (Μεσόβουνο, Πύργοι) με
τραγικό πογκρόμ αμάχων εναντίον τους.
Ποιος «Έλληνας» ήταν ο φόβος κι ο τρόμος στην
κατοχή στο λεκανοπέδιο μας; Ο Γερμανοντυμένος «Μοκρυνιώτης» (Βαρικιώτης)! Έφυγε
μαζί με τους Γερμανούς φίλους του, στην αποχώρηση τους…
Μια τραγική Αγγελοπουλική, απ’ τον «Θίασο» εικόνα, υπήρξε στην πλατεία
Αγοράς της πόλης μας, το 1944…
Ένας παζαρτζής Πτολεμαϊδιώτης, με το
γαϊδουράκι του και τη φτωχή πραμάτεια του, Κυριακή απόγευμα, έρχεται για το
Δευτεριάτικο παζάρι μας. Λίγο πριν το Αμύνταιο πέφτει σε μπλόκο ακροδεξιών
Γερμανόφιλων κατοίκων κάποιου διπλανού μας χωριού.
Σίγουρα, αναγνωρίζουν στο πρόσωπο του κάποιον
γνωστό τους, φιλικό προς το ΕΑΜ, αντίπαλο τους. Τον δένουν πισθάγκωνα και τον
φέρνουν στην πλατεία αγοράς μας. Το κέντρο της πλατείας διασχίζει πετρόκτιστο
αυλάκι, που τρέχει πάντα ρυάκι νερού που κατηφορίζει προς τη λίμνη.
Στις όχθες του αυλακιού υπάρχει διπλή
δενδροστοιχία από ακακίες. Σε κείνο το αυλάκι οι χασάπηδες σφάζαν τα ζωντανά
τους και τα κρεμούσαν για πώληση στις ακακίες, μ’ ένα λεφούσι μύγες να βουίζει
και τον κλασικό χασάπη, τον βλάχο Γούλια,
να φωνάζει βροντώντας ένα τραγίσιο κουδούνι… «Μουσκοβολάειειει»!
Σ’ ένα κλαδί μιας ακακίας, ρίξαν οι
Γερμανοτσολιάδες ένα σχοινί και κρέμασαν σαν σφαχτό τον άμοιρο παζαρτζή! Την
άλλη μέρα, κάτω απ’ το αιωρούμενο φρικτά πτώμα του κρεμασμένου, άνοιξε το
σεργκί του, με τη φτωχή πραμάτεια του άλλος παζαρτζής, αφού εκεί ήταν το μέρος
που πάντα άνοιγε.
Κανείς δεν κοίταξε με λίγο οίκτο, μια
συμπόνια, το κουφάρι του κρεμασμένου, που κουνούσε το φθινοπωρινό αεράκι.
Κανείς δεν εκστόμισε ένα γιατί; Ένα ποιος
είναι; Τι έκανε; Ο παγωμένος φόβος ο σιωπηλός, ο αόρατος, ο ύπουλος, ο μισερός,
είχε φωλιάσει κι είχε παγώσει τις καρδιές των ανθρώπων…
Σίγουρα, ανάμεσα τους, φοβισμένοι υπήρχαν και
μαχητές του 40/41 που δεν τους φόβισαν τα μυδράλια των Ιταλών, όταν ορμούσαν με
τη ξιφολόγχη στο όπλο, φωνάζοντας «αέρααα»!
Μια τέλεια εικόνα του φόβου, που είχε
φωλιάσει στις ψυχές των απλών ανθρώπων, κι ήταν εν πολλοίς έργο των κατακτητών
και των συνεργατών τους αυτό, περιγράφει τέλεια σ ένα διήγημα του ο Σαλονικιός
εξαίρετος Γιώργος Ιωάννου.
(Με δικά μου λόγια): Τη μέρα που
ξεκουμπίζονταν με τα φορτηγά τους απ’ την Εγνατία προς Μοναστηρίου οι Γερμανοί
και την έξοδο τους απ’ την πόλη, ένα τεράστιο πλήθος ανθρώπων κατηφορίζει
αυθόρμητα, μουδιασμένο στην αρχή, πιο εκδηλωτικό αργότερα, προς το κέντρο της
πόλης και συγκεντρώνεται στα Ιλίσια, στην Πλατεία Μελά απέναντι απ’ τον Λευκό
Πύργο, σαν πανηγυριστές της Απελευθέρωσης!
Ξαφνικά, ακούγεται ο θόρυβος μοτοσυκλέτας ν’
άρχεται απ’ τη Τσιμισκή και βλέπουν να την οδηγεί ένας πάνοπλος Γερμανός! (πιθανόν
γύριζε γιατί ξέχασε να πάρει κάτι), πιθανόν, κάποιο πουγκί με λίρες Εβραϊκές!
Παγωμάρα, πανικός και φυγή, κακήν – κακώς
προς κάθε κατεύθυνση, όλου του συγκεντρωμένου προηγούμενα πλήθους, στην ιδέα
ότι «οι Γερμανοί ξανάρχονται»!
Γι’ αυτό είναι θαυμαστή η παλληκαριά αυτών που
σήκωσαν ανάστημα στην ξενική κατοχή, κι έβαλαν το «κεφάλι στον τορβά», τότε,
που φάνταζε ανίκητο κι αιώνιο το ναζιστικό καθεστώς!
Ο θείος μου ο Νίκος έλεγε, το τελευταίο
αποχωρούν Γερμανικό φορτηγό, μ’ έναν Γερμανό να φωνάζει όρθιος… «Αντίος Αμύντεος! Αντίος»!
Σε λίγη ώρα, με ένα τζιπάκι μπροστά, μπήκαν
στην πόλη μας καταχειροκροτούμενοι ο επικεφαλής του ΕΛΑΣ, μαζί με τον Εγγλέζο
σύνδεσμο για το Βίτσι, τον Λοχαγό Έβανς,
που χαιρετούσαν ξεσκούφωτοι! Και μονάδα του 28ου Συντάγματος του
ΕΛΑΣ, που βρίσκονταν στα γύρω υψώματα, μπήκε στο Αμύνταιο.
Η καλύτερη στιγμή στη ζωή πολλών ανθρώπων, κι
ιδίως αυτών που βάλανε το λιθαράκι τους γι’ αυτή την λευτεριά.
Η καμπάνα των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης
χτυπούσε χαρμόσυνα για την Αναστάσιμη πλέον Ελλάδα. Όλοι, πλην ελαχίστων,
πανηγύριζαν…
Η ελπίδα για μια λεύτερη, ανεξάρτητη,
δημοκρατική Ελλάδα, στο πλάι των τριών νικητριών συμμαχικών δυνάμεων (Αγγλία, Αμερική,
Ρωσία) έδινε φτερά κι έκλεινε οριστικά κάθε προηγούμενη οδυνηρή περιπέτεια, που
βίωσε η πλειοψηφία των Ελλήνων.
…Όμως, άλλα επεφύλασσε η μοίρα, για τον δύσμοιρο
τόπο μας…
Συνεχίζεται…






Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Η εποικοδομητική κριτική και οι εναλλακτικές προτάσεις - απόψεις είναι απαραίτητες και ευπρόσδεκτες, ειδικά όταν το ζητούμενο είναι η ανταλλαγή ιδεών.
Τα σχόλια εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους και η ευθύνη (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές.
Κάθε υβριστικό, προσβλητικό ή άσχετο με το θέμα της ανάρτησης σχόλιο, θα διαγράφεται όποτε εντοπίζεται από την ομάδα διαχείρισης.
Ευχαριστούμε για τη συμμετοχή σου.