Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2026

Θανάση Τραϊανού, Θυμάμαι… Στο Αμύνταιο από το 1953 & ορεινές περιηγήσεις…

 (Γράφει ο Θεοδόσης Ν. Νικολαΐδης)
  Η καλαίσθητη έκδοση, την οποία έχουμε το προνόμιο να παρουσιάζουμε σήμερα, είναι ένα θησαύρισμα κειμένων που ο Θανάσης Τραϊανός δημοσίευσε στον τοπικό Τύπο του Αμυνταίου.
   Αν επιχειρούσε κάποιος με σχολαστική διάθεση να τα προσδιορίσει ως προς το είδος τους θα ομολογούσε ότι πρόκειται για γραφές που κινούνται έντεχνα και αισθαντικά σε διάφορα πεδία: πολιτισμικές καταγραφές από τη λαϊκή καθημερινότητα περασμένων εποχών, αυτοβιογραφικά ενθυμήματα, μνήμες ευφρόσυνες και πικρές της παιδικής ηλικίας, Τοπική Ιστορία, γεωγραφία, λεξικό όρων για επαγγέλματα που τα έχει καταπιεί η χοάνη του χρόνου, υλική και άυλη πολιτιστική κληρονομιά, χαρτογράφηση της οικιακής οικονομίας δύσκολων καιρών όταν οι άνθρωποι πάσχιζαν να συγυρίσουν τη ζωή τους με πενιχρά μέσα αλλά και με υπομονή και περηφάνια. Μπορώ να πω, μάλιστα, ότι σημεία του βιβλίου επιτρέπουν να διακρίνει κανείς, έμμεσα ή άμεσα, πολλές από τις κοινωνικές και πολιτισμικές εκείνες παραμέτρους που διαμόρφωσαν τους ανθρώπους της γενιάς του συγγραφέα.
   Μεταλλωρύχος της Μνήμης, λοιπόν, ο συγγραφέας που ανασύρει με τη φιλότιμη σκαπάνη του από τις χωμάτινες σωρούς της Λήθης εικόνες, πρόσωπα, τοπία, έθιμα, λαϊκά δρώμενα, πανηγύρια, προφορικές παραδόσεις, θρύλους, ψήγματα της λαϊκής σοφίας των ανθρώπων της υπαίθρου και της χειρωνακτικής βιοπάλης.
 
  Βαδίζει στους χορταριασμένους δρόμους έρημων χωριών, μέσα από ερείπια εκκλησιών και σχολείων, ζητώντας να ανασυνθέσει την εικόνα μιας άλλης εποχής και κοινωνίας που ανέθρεψε τους ανθρώπους της γενιάς του, ύφανε την ψυχοπνευματική τους ταυτότητα, καθόρισε το κοινωνικό τους είναι.
   Στις ορεινές του περιηγήσεις επικυρώνει τη σχέση ταύτισης ανθρώπου και φυσικού τοπίου, αφήνοντας την ερευνητική του ματιά ελεύθερη να ξεκλειδώσει μυστικά της Φύσης, να ακούσει το φτερούγισμα της κίσσας ή τον βρυχηθμό της αρκούδας, να πλανηθεί στο γαλάζιο και το βεραμάν των λιμνών, να αποκρυπτογραφήσει το φύσημα του αέρα που σφυρίζει δαιμονισμένος μέσα από τους αρμούς της γέρικης ξερολιθιάς ή τους λεπρούς και μαραγκιασμένους τοίχους των ετοιμόρροπων σπιτιών. Γιατί, όπως απαράμιλλα έχει γράψει ο Αισχύλος στην Ορέστεια, «αν οι τοίχοι είχαν φωνή θα μιλούσαν».
   Δεν αποκλείεται να κάνουν ή να έχουν ήδη κάνει πολλοί από εμάς τη σκέψη ότι πρόκειται για κείμενα που συνιστούν κοινές νοσταλγικές αναπολήσεις του παρελθόντος, αναπολήσεις που υπακούν στη φυσική, εν πολλοίς, τάση του ανθρώπου να πηγαίνει πίσω στον χρόνο για να επανασυνδεθεί με μνήμες, πρόσωπα και γεγονότα που τον καθόρισαν. Εδώ, όμως, πρέπει να επισημανθεί μια κρίσιμη διαφορά. Τα κείμενα του τόμου δείχνουν μια άγρυπνη συνείδηση που ξεφεύγει από τα στενά  όρια της ιδιωτικής συνθήκης και επιχειρεί να ανασυνθέσει με ευαισθησία, κοινωνικό προβληματισμό και κριτική διάθεση πτυχές του παρελθόντος που έχουν τις προβολές τους στο παρόν, που χτίζουν αυτό που λέμε συλλογική συνείδηση των ανθρώπων που μοιράζονται τον ίδιο τόπο, βιώνουν κοινές αγωνίες, γνώρισαν κοινωνικές δομές, όπως της γειτονιάς, ως έκφρασης κοινωνικής αλληλεγγύης.
 
  Με άλλα λόγια, τα κείμενα αυτά αποτελούν και ένα είδος κοινωνικής σπουδής πάνω σε παράγοντες που καθορίζουν ιστορικά τον άνθρωπο και την συνύπαρξή του με τους άλλους. Και το ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι ο συγγραφέας προχωρά και στη συγκριτική αντιπαράθεση με το παρόν, όχι με τη διάθεση να το κρίνει αξιολογικά σε σχέση με το παρελθόν, αλλά με την πρόθεση να προσυπογράψει, με ανάμικτα νομίζω συναισθήματα, την άτεγκτη αρχή ότι «όλα ρέουν σαν ποταμός», θέμα που έχει απασχολήσει με πολλούς τρόπους την παγκόσμια σκέψη. Και μαζί για να εκφράσει με διακριτικότητα την ανησυχία του για τα αδιέξοδα και τις δυσκολίες τής τεχνολογικά εξελιγμένης από τη μια αλλά και απρόσωπης και εν μέρει βιομηχανοποιημένης και εμπορευματοποιημένης ζωής μας σήμερα.
 Αν μου ζητούσαν να πω μια λέξη που θα έκρινα αντιπροσωπευτική της συλλογής των κειμένων του Θανάση Τραϊανού, αυτή θα ήταν η λέξη «Μνήμη». Έχουν ειπωθεί πολλά για το τι είναι ο άνθρωπος. Ο Σαρτρ έχει υποστηρίξει ότι ο άνθρωπος είναι οι πράξεις του και οι επιλογές του. Ο Μαρξ είπε, μεταξύ άλλων, ότι ο άνθρωπος είναι αντανάκλαση του κοινωνικού είναι. Ο Φρόιντ υποστήριξε ότι ο άνθρωπος είναι η συνεπίδραση των τραυμάτων της παιδικής του ηλικίας. Ο άνθρωπος όμως είναι και η μνήμη του, ατομική και συλλογική. Η Γιαπωνέζα συγγραφέας Γιόκο Ογκάουα, που βιβλία της έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά, έχει πει: «(…) η μνήμη είναι η ουσία του ανθρώπου. Διαμορφώνει τη σκέψη του, τη νοοτροπία του, την προσωπικότητά του. Ουσιαστικά, η μνήμη είναι ο άνθρωπος και επειδή ο καθένας μας αποτελείται από τις αναμνήσεις του και τις απώλειες που τον σφράγισαν, η μνήμη διαμορφώνει και συνθέτει αυτό που είναι. Όταν αποθηκεύουμε στη μνήμη μας έναν άνθρωπο, τον “μοιραζόμαστε” ύστερα με τους άλλους και έτσι αυτός διασώζεται, παραμένει ζωντανός ακόμη και αν έχει φύγει. Είναι μια σχέση αυτή που οικοδομείται ανάμεσα σε εμάς και στους άλλους, μια σχέση ταύτισης. Αυτό που έχει σημασία είναι να ακούμε τις φωνές που χάνονται σιγά σιγά και να τις καταγράφουμε γι’ αυτούς που δεν έχουν τέτοια βιώματα. Πρέπει ο καθένας μας να θεωρεί τις εμπειρίες των άλλων ανθρώπων και ως δική του υπόθεση». Τι μας λέει, λοιπόν, η Γιόκο Ογκάουα; Ότι πρέπει τις ιστορίες που μας αφηγούνται να τις θεωρούμε και δικές μας ιστορίες, γιατί οι ιστορίες μάς ενώνουν. Αυτό θα πει κοινότητα, κοινή συλλογική συνείδηση. Και να εκφράζουμε την ευγνωμοσύνη μας στους ανθρώπους που μας αφηγούνται ιστορίες. Γιατί η προσωπική μαρτυρία, όπως έχει υπογραμμίσει ο Άγγελος Ελεφάντης, ανασυγκροτεί την ιστορική μαρτυρία με άμεσο και καίριο τρόπο. Το προσωπικό βίωμα παραπέμπει στον κοινό βίωμα, σαν το μυστικό συναπάντημα των νερών κάτω από τον πάγο, όπως γράφει ο Σεφέρης.
   Μιλούμε για τη Μνήμη. Και μου έρχεται στη σκέψη ο στίχος του Μανόλη Αναγνωστάκη από το «Υστερόγραφο»: «θυμούμαι, άρα υπάρχω». Και μου έρχονται στη σκέψη και οι συγκλονιστικοί εκείνοι στίχοι του Σεφέρη από την ποιητική συλλογή Μυθιστόρημα:
 Στο στήθος μου η πληγή ανοίγει πάλι
 όταν χαμηλώνουν τ’ άστρα και συγγενεύουν με το κορμί μου
 όταν πέφτει σιγή κάτω από τα πέλματα των ανθρώπων.
 Αυτές οι πέτρες που βουλιάζουν μέσα στα χρόνια ως πού θα με παρασύρουν;
 […] βλέπω τα δέντρα που ανασαίνουν τη μαύρη γαλήνη των πεθαμένων
 κι έπειτα τα χαμόγελα, που δεν προχωρούν, των αγαλμάτων.
   Όπως το γράφει ο Σεφέρης. Οι πέτρες βουλιάζουν μέσα στα χρόνια και μας παρασέρνουν μαζί τους. Αλλά και όλα είναι παρόντα και ας έχουν φύγει, αφού μέχρι και «τα δέντρα ανασαίνουν τη μαύρη γαλήνη των πεθαμένων».
 Κυρίες και κύριοι,
   Γιατί έγραψε ο Θανάσης Τραϊανός αυτό το βιβλίο; Για να φωτίσει το παρελθόν μας και να πλουτίσει το παρόν μας εισφέροντας μια κατάθεση πολύτιμης γνώσης στην πολιτισμική μας φυσιογνωμία και ταυτότητα. Θα το πω ακόμα πιο απλά και κοφτά. Γιατί δεν μπορούσε να μην το γράψει, για να θυμηθώ τον Γιάννη Ρίτσο. Όταν ρώτησαν τον ποιητή γιατί γράφει, απάντησε ότι γράφει γιατί απλούστατα δεν μπορούσε να μη γράφει. Ένας άνθρωπος με ανήσυχη σκέψη, ενδιαφέροντα και ευαισθησίες κοινωνικές, ανθρώπινες, πνευματικές, οικολογικές, σε κάθε ανατολή της ορειβατικής του μέρας σκαρφαλώνει στο ορυχείο της Μνήμης και στη δύση της ίδιας μέρας σμιλεύει την αποταμιευμένη εμπειρία με λέξεις για να μας τις παραδώσει ως δημόσια περιουσία. Σαν εργάτης άοκνος ο δάσκαλος μού θύμισε από την πρώτη στιγμή τις πρώτες γραμμές του έργου του Νίκου Καζαντζάκη Αναφορά στον Γκρέκο: «Μαζεύω τα σύνεργά μου: όραση, ακοή, γεύση, όσφρηση, αφή, μυαλό, βράδιασε πια, τελεύει το μεροκάματο, γυρίζω σαν τον τυφλοπόντικα στο σπίτι μου. Όχι γιατί κουράστηκα να δουλεύω, δεν κουράστηκα, μα ο ήλιος βασίλεψε». 
   Κείμενα σαν αυτά που περιέχονται στον τόμο υπηρετούν και μια εξίσου σημαντική υπόθεση. Την υπόθεση της αισθητικής μας, αφού μας δείχνουν και μια άλλη οπτική από την οποία μπορούμε να κοιτάξουμε τον κόσμο και τα πράγματα χωρίς να «συμψηφίζουμε μικροζημιές και μικροκέρδη» της εφήμερης καθημερινότητας. Γιατί αν κάτι θα απομείνει σαν απόσταγμα στον άνθρωπο είναι οι στιγμές της «εκλεκτής αισθητικής συγκίνησης», σαν τη συγκίνηση που νιώθουμε όταν ξεφυλλίζουμε τα παλιά μαθητικά τετράδια των παιδιών μας, όταν αποξεχνιόμαστε να κοιτάζουμε φωτογραφίες αγαπημένων προσώπων που δεν είναι πια ανάμεσά μας, όταν φυλλομετρούμε σημειώσεις που έμειναν σε κάποιο συρτάρι, όταν πιάνουμε στα χέρια μας κιτρινισμένες από τα χρόνια επιστολές, όπου οι άνθρωποί μας άφησαν ισόβιο τον ίσκιο τους. Και πόσο έντονα το νιώθουμε αυτό, όταν «τα χρόνια πληθαίνουν, το φως χαμηλώνει και λιγοστεύουν σιγά σιγά οι φίλοι».
   Κλείνοντας, φίλες και φίλοι, επιτρέψτε μου να μιλήσω και πιο προσωπικά. Ο Θανάσης Τραϊανός ήταν δάσκαλός μου στο Δημοτικό Σχολείο Αμυνταίου. Και φαντάζομαι όλοι μας συμφωνούμε ότι είναι νόμος αδιάσειστος ότι η σχέση δασκάλου και μαθητή μένει ηθικά και συναισθηματικά αειθαλής στον χρόνο.
   Διαβάζοντας τα κείμενα, ένιωσα μια αμήχανη συγκίνηση γιατί είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω την εξελικτική πορεία του δασκάλου μου, από τα παιδικά και νεανικά του χρόνια. Την πορεία ενός ανθρώπου με ευαισθησίες και γεμάτου ερωτήματα στην προσπάθειά του να αναγνώσει τον κόσμο που τον περιέβαλε. Ενός παιδιού που σκαρφάλωνε στο περβάζι του σχολικού παραθύρου για να περιεργαστεί την κίνηση και τα σφυρίγματα των τρένων που «τον τραβούσαν όπως «το φως τραβά τις νυχτοπεταλούδες». Που περιδιάβαινε τους αμπελώνες και τους λιβαδότοπους σηκώνοντας το βλέμμα στα μαυροπούλια. Και έρχεται η στιγμή που αναδρομικά, ύστερα από τόσα χρόνια, καταλαβαίνεις γιατί μάς έφερνε ο δάσκαλος στην τάξη φωτογραφίες από τις ορειβατικές του διαδρομές και από την κορυφή του Ολύμπου. Και έρχεται η στιγμή, δάσκαλε, που εγώ, ο μαθητής σου, προλογίζω το βιβλίο σου που περιέχει και αυτές τις φωτογραφίες. Δέξου τα σημερινά μου λόγια ως ελάχιστο αντίδωρο στην τύχη της μαθητικής μας τάξης να σε έχουμε δάσκαλο. Και σε ό,τι αφορά πιο ειδικά εμένα, δέξου τα σημερινά μου λόγια ως ελάχιστο αντίδωρο στη γενναιοφροσύνη σου να μην επιτρέψεις ένα παιδί να πληρώσει την παράνοια της μισαλλοδοξίας που τόσο έχει ταλαιπωρήσει αυτόν τον τόπο. Η αγράμματη γιαγιά μου, λες και κουβαλούσε στα γονίδιά της τη φιλοσοφία του συμπατριώτης της του Ηράκλειτου και των άλλων σοφών της Ιωνίας, λες και σκεφτόταν σαν τον Μακρυγιάννη, συνήθιζε να λέει ότι ο Θεός δεν αφήνει στη ζωή να υπάρχουν κενά. Έτσι είναι. Ο Σεφέρης μίλησε για τον τρόπο που βρίσκουν τα νερά να συναντιούνται μυστικά και αθόρυβα κάτω από τον πάγο.
   Σε ευχαριστούμε για τη δωρεά σου αυτή. Να είσαι καλά, να γράφεις και να μας συντροφεύουν τα ωραία κείμενά σου.
 Θεοδόσης Ν. Νικολαΐδης  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η εποικοδομητική κριτική και οι εναλλακτικές προτάσεις - απόψεις είναι απαραίτητες και ευπρόσδεκτες, ειδικά όταν το ζητούμενο είναι η ανταλλαγή ιδεών.
Τα σχόλια εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους και η ευθύνη (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές.
Κάθε υβριστικό, προσβλητικό ή άσχετο με το θέμα της ανάρτησης σχόλιο, θα διαγράφεται όποτε εντοπίζεται από την ομάδα διαχείρισης.
Ευχαριστούμε για τη συμμετοχή σου.