Αφορμή για τις σκέψεις του σημερινού μου
γραπτού, είναι το δακτυλογραφημένο, σίγουρα στην γραφομηχανή της τότε
Κοινότητας Αμυνταίου «Πιστοποιητικόν», με εκείνες τις καλλιγραφικές
«υπουργικές» υπογραφές με πένα
κονδυλοφόρου και σινική μελάνη, από κάτω, που παραπέμπουν σε μια άλλη, απόμακρη
εποχή του τόπου μας.
14 Μαΐου 1943 γράφει το «Πιστοποιητικόν», κι
έχει την εγκυρότητα του γνήσιου των υπογραφών, του παπά της εκκλησίας μας Παπαθανασίου Χασιώτη, του Αντιπροέδρου
της Κοινότητας, Θεόδωρου Χαλκίδα και
του Δ/ντη Υποδιεύθυνσης Χωροφυλακής Αμυνταίου (με δυσανάγνωστη υπογραφή).
…Γερμανική κατοχή στην ακμή της, στο Αμύνταιο
και σ’ όλη τη χώρα, κι ένα εγγυημένο έγγραφο, από κάθε άποψη κι αμφισβήτηση…
Το περίεργο είναι, ότι δεν αναφέρει το
έγγραφο αυτό τον αποδέκτη του, σε ποιόν τέλος πάντων απευθύνεται. Ούτε ποιος το
ζήτησε, ούτε για ποια χρήση!
Πρόεδρος της τότε Κοινότητας, ο Λεωνίδας Ρακόπουλος (αδελφός του παππού
μου Άγγελου), ίσως γι’ αυτό δεν το «υπογράφει» ο ίδιος, αλλά ο αντιπρόεδρος
του.
Γερμανός, Υποφρούραρχος στο Αμύνταιο, ο
μετριοπαθής Αιμίλιος Μύλλερ, που
λίγο αργότερα έπεσε θύμα, ο ίδιος και ο υπασπιστής του, στο σαμποτάζ του
τραίνου στη Βεύη από Αμυνταιώτες ΕΑΜίτες αντιστασιακούς!
Προσπαθώ να αποκρυπτογραφήσω τις υπογραφές
των εμπόρων της αγοράς μας, που υπογράφουν αβίαστα και με σιγουριά το έγγραφο
και το βαραίνουν με το κύρος τους.
Πρώτος των πρώτων (αναγνωρίζω ξεκάθαρα την
υπογραφή του), ο Χρήστος Βερυκούκης.
Τον θυμάμαι πάντα κορδωτό, κουστουμαρισμένο, με γιλέκο κι ρολόι με καδένα στο
τσεπάκι, όλο κύρος, άρχοντας της πιάτσας, κι εγγύηση στις συναλλαγές του, με
άξιου απογόνους.
Αναγνωρίζω την υπογραφή του Σπύρου Μαρκούλη, Λεχοβίτη, που είχε
πρακτορείο λεωφορείων Καστοριάς, απέναντι από το ΚΑΠΗ.
Την υπογραφή του Ζιώγα απ’ τους Πύργους, πεθερό του Βαγγέλη Φιλίππου, που του κληροδότησε όλο το τετράγωνο που σήμερα
είναι το Σούπερ Μάρκετ «Πρόοδος».
Ξεκάθαρη η υπογραφή του Γιάννη Κιόση, εκείνου του συμπαθέστατου, χαμογελαστού άρχοντα, που
είχε με τον αδελφό του Νίκο τα πάντα
που χρειαζόταν να γίνει ένα σπίτι, από θεμέλια μέχρι κλειδί. Του Γιάννη
Κωτσόπουλου, ταξιτζή και παράγοντα της δεξιάς. Του Θόδωρου
Χαλκίδα, παράγοντα Βενιζελικού και μεγαλο – μπακάλη.
Δύο χρόνια ξενικής Γερμανικής κατοχής στον
τόπο μας, αλλά το φρόνημα που σφυρηλατήθηκε στο Αλβανικό και τη νίκη της
φασιστικής Ιταλίας, είναι ακμαίο, πατριωτικό και αλύγιστο στη ξενική κατοχή,
που για κάποιους φάνταζε φευγαλέα κατάσταση, (Αγγλόφιλοι – Βενιζελικοί και μετά
το Στάλινγκραντ και αριστερούς).
Το Αμύνταιο, λόγω συγκυριών, δεν βίωσε το
ναζιστικό πογκρόμ που έζησαν Κλεισούρα, Πύργοι, Μεσόβουνο, Αετός, Λέχοβο…
Μια σωτήρια ισορροπία τρόμου – συνδιαλλαγής,
που σοφά διατηρούσε ο Πρόεδρος της Κοινότητας Λ. Ρακόπουλος, με το ΕΑΜ και τον
Υποφρούραρχο Μύλλερ, έσωσε τη πόλη απ’ τη ναζιστική θηριωδία, σε σαμποτάζ με
πρωταγωνιστές Αμυνταιώτες ΕΑΜίτες, με τον Θανάση
Χατζή τον Αμυνταιώτη, πρωτογραμματέα του ΕΑΜ όλης της Ελλάδας!
Περίεργες κι αξιοπρόσεκτες συγκυρίες, που
πέρασαν επιπόλαια στη λήθη, στην πορεία της μικρόπολης μας.
Και επανέρχομαι στο «Πιστοποιητικόν», το
νόημα του και σε τι ακριβώς παρέπεμπε…
Μέσα Απριλίου του ’43, Λαζάρου, πριν το
Μεγαλοβδόμαδο, οι Γερμανοί, κλιμάκιο Ες Ες, συλλαμβάνουν όλη την οικογένεια του
παππού μου Άγγελου, μετά από προδοσία γείτονα, για κρυμμένα όπλα,
τα οποία βρίσκουν εντοιχισμένα κι επιμελώς καλυμμένα, σε τοίχο του πλυσταριού
στην αυλή.
Ακολουθεί ένα μαρτυρικό γαϊτανάκι, σε
Φλώρινα, φυλακές Ρετζί, κι αργότερα στο Μεταγωγών Σαλονίκης, μέχρι την
ημερομηνία της δίκης τους, τέλη Μαΐου, στο Ανώτερο Στρατοδικείο Γερμανών
Βόρειας Ελλάδας.
Σ’ αυτές τις Γερμανικές αρχές απευθύνονταν το
«Πιστοποιητικόν» των πατριωτών μας, σίγουρα συνοδευόμενο με κάποιο αντίστοιχα
ευνοϊκό, του Γερμανικού Φρουραρχείου…
Στη δίκη τους, που έγινε μέσα Μαΐου του ’43,
απαλλάχτηκαν της κατηγορίας, αφού πείστηκαν οι στρατοδίκες ότι τα όπλα δεν
στρέφονταν εναντίον τους, ειπώθηκε και ότι λόγω γενεθλίων του Χίτλερ, υπήρχε
και μία ελαστικότητα εκείνη την εποχή, στα στρατοδικεία.
Η ουσία είναι ότι γύρισαν αλώβητοι 5 νοματαίοι
στο Αμύνταιο, στο σπιτικό τους, προς έκπληξη όλων των συμπολιτών τους. Όταν
γύρισαν, μετά ενάμιση μήνα φυλακές, ανακρίσεις, αγωνία θανάτου, σε ένα άδειο,
μισολεηλατημένο σπίτι, θεονήστικοι, ο Χρ.
Βερυκούκης τους έστειλε μια κατσαρόλα ζεστό σπιτικό φαί! Το θυμόταν ο
πατέρας μου, μέχρι τα 93 του…
Κι έρχομαι στον Απρίλιο του 1949, 6 χρόνια
μετά, μ’ έναν εμφύλιο που μέρα με τη μέρα έδειχνε να νικάει κατά κράτος ο
Εθνικός στρατός… (βοηθούντων των Αμερικάνικων Ναπάλμ!).
Σ’ ένα Αμύνταιο ασφυκτικά γεμάτο απ’ τους
υποχρεωτικά «καταφεύγοντες» κατοίκους των χωριών του οροπεδίου μας.
Συρματοπλεγματο – φραγμένο, στρατοκρατούμενο,
παραστρατιωτικο – ελεγχόμενο και με μια άγρια Χωροφυλακή (εύλογα κύριος στόχος
των ανταρτών), κι έναν αστυνόμο Μπαμπούρη,
φόβο και τρόμο για τους πλείστους που δεν είχαν κολεγιές με τη Χωροφυλακή.
Μπρρρ…
112 πατριώτες μας, τις μέρες εκείνες,
αρπάζονται βίαια στο σπίτι, το χωράφι, το μαγαζί, το καφενείο, τη δουλειά και
ρίχνονται στο βασανιστικό μαρτύριο των ανακρίσεων, για υποτιθέμενη οργάνωση
φιλοανταρτική, ναρκοθέτρια, πληροφοριοδότρια, χρηματοδοτική!
…Κι άντε τώρα εσύ, μεσ’ την τρομάρα σου, το
ξυλοφόρτωμα, τα ηλεκτροσόκ, («μανιατό» λέγαν το μηχάνημα των ηλεκτροσόκ. Ήταν
μια χειροκίνητη με μανιβέλα γεννήτρια που παρήγαγε ηλεκτρικό ρεύμα χαμηλή
τάσης, που διοχέτευαν με καλώδια οι βασανιστές, συνήθως στα γεννητικά όργανα
του δύστυχου κρατούμενου), ν’ αποδείξεις… ότι δεν είσαι ελέφαντας!
Ο Βαγγέλης
Τζουμπέρης, μου περιέγραφε ανατριχιαστικά τον πόνο, τη διάλυση, τη φρίκη
που προκαλούσε το ηλεκτροσόκ! Μέχρι να λιποθυμήσεις και να χαθείς…
Στο βιβλίο του ο Νίκος Νικολαΐδης «Δεν
μπορώ να σου πω, τι γινόταν τότε»,
γράφει μια τραγική στιγμή για έναν σλαβόφωνο Φλωρινιώτη που βασάνιζαν οι
χωροφύλακες και ούρλιαζε… «Έλληνος
είμαι, μη με βαράτε»! (Έλληνος
ήταν ο καημένος)…
Στο στρατοδικείο Φλώρινας, πίσω απ’ την όποια
στημένη κατηγορία, αν ήσουν ντόπιος Μακεδόνας, ήσουν εξ ορισμού Βούλγαρος, αν
ήσουν Πόντιος, ήσουν κομμουνιστής, ή άλλη κατηγορία, ήταν απλά γαρνιτούρα. Και
βέβαια, με το «ρεζουμέ» της κατηγορίας, ότι… είχες στόχο «απόσπασης μέρους της
επικράτειας»! (Να γίνεις πρωθυπουργός, υπουργός, τσιφλικάς, τραπεζίτης,
βιομήχανος), τέτοια φοβερά κι αληθοφανή!
Στον περίγυρο της πόλης, μ’ αυτά που ακούν
και μαθαίνουν για συγγενείς, φίλους, γνωστούς, συμπατριώτες, υπάρχει ένα κλίμα
ζόφου, φρίκης, περιχαράκωσης, βουβαμάρας, αυτοπροστασίας, απέναντι στην
απύθμενη, απρόβλεπτη, ανέλεγκτη αυθαιρεσία της εξουσίας, που είναι ντυμένη
χωροφυλακίστικα… Ο στρατός πολεμούσε, οι χωροφύλακες έδερναν! …«Κλείσε
τη πόρτα με κλειδί», τραγουδάει
ο Σιδηρόπουλος αργότερα…
Οι ρουφιάνοι, οι σκατόψυχοι, οι πονηροί, οι
συμφεροντολόγοι, οι γλείφτες, οι φθονεροί, μπαινοβγαίνουν στη Χωροφυλακή και
ξερνούν ότι βολεύει το σενάριο που στήθηκε στην Ασφάλεια Φλώρινας, όπου
διοικητής είναι ο γαμπρός των Χατζήδων, Πελοποννήσιος, ο Παναγόπουλος και γραφέας στο γραφείο του ο Σάκης Αθανασίου.
Η επιτυχία του σεναρίου, στο στρατοδικείο, θα
σημάνει γαλόνια στους δημιουργούς κι εμπνευστές του, παραδάκι λίρες στον
περίγυρο να τρέχει, κι ένα πολιτικό κλίμα τρομοκρατίας, που θα κραυγάζει… «Ουέ τοις ηττημένοις»!
Μέχρι δικηγόροι της Σαλονίκης βρήκαν δουλειά
στη δίκη των Αμυνταιωτών, αφού, δεν επαρκούσαν αυτοί του τόπου μας. (4
δικηγόρους πλήρωσε η Μαρία Νικολαΐδου
για τον σύζυγό της Θεοδόση! Μια φτωχή αγρότισσα ήταν, που ξετινάχτηκε στην
απελπισία της, να σώσει τον άνθρωπο της)!
…Τις τελευταίες λίρες που δώσανε, έλεγε η
μάνα μου, να σωθεί δήθεν ο θείος της Χρήστος
Καραπαλίδης, τις δώσανε σε Αμυνταιώτη στενό συγγενή του Παναγόπουλου, να παρέμβει δήθεν στους
στρατοδίκες, μόνο που τις δώσανε ενώ στις 30/8/49 είχαν ήδη εκτελεστεί οι
καταδικασμένοι!!!
Τέτοια σκατοψυχιά επικρατούσε σε…
αξιοσέβαστους της εποχής!
Ο εκλεγμένος Δήμαρχος της πόλης μας, ο Παρτάλης, Βλάχος, έξυπνος, πολύ πριν τη
δίκη των πατριωτών του, αφού μέτρησε τις αντοχές του στο άγριο κλίμα που
διαμορφώνονταν κι έπρεπε να αντιπαλέψει,
έστω με δύο ευνοϊκές ανθρώπινες κουβέντες σε χωροφυλακή και στρατοδικείο,
παραιτήθηκε απ’ τη θέση του.
Ορίζεται Δήμαρχος ο φούρναρης Μ.Ι., που, ή δεν υπολογίζει την
τραγικότητα και σοβαρότητα της κατάστασης, ή το χειρότερο, συμφωνεί με τα
συμβαίνοντα!
34 ήταν οι μάρτυρες υπεράσπισης, που ικευτικά
πείσαν οι συγγενείς των δικαζόμενων να ‘ρθούνε στη δίκη στη Φλώρινα και να
υπερασπιστούν, ή έστω να πουν ένα καλό λόγο για φίλους, γνωστούς, γειτόνους,
πατριώτες, που κινδύνευαν τώρα όχι από Γερμανούς, αλλά από Έλληνες!
Ένας από τους μάρτυρες ήταν ο παππούς μου
Άγγελος, για να υπερασπιστεί γείτονα του… (Αν γλυτώσεις από Γερμανικό
στρατοδικείο δεν κωλώνεις στο Ελληνικό!).
Οι πλείστοι μάρτυρες, τρομοκρατημένοι
προηγούμενα απ’ τη χωροφυλακή, (στην πόρτα του στρατοδικείου βρίσκονταν ο Παναγόπουλος που έλεγε «πρόσεχε τι θα πεις»!), σ’ αυτό το κλίμα «μασούσαν» τα λόγια τους, μέχρι που
κάποιοι επιβάρυναν με την κατάθεση τους τον δικαζόμενο!
Κανείς επώνυμος, άνθρωπος, με κάποιο τοπικό
κύρος (Δήμαρχος, παπάς, έμπορας, πολιτικός παράγοντας) δεν τόλμησε να ‘ρθει
μάρτυρας υπεράσπισης. Στο κακογραμμένο δικόγραφο που έχω στη κατοχή μου, από
επώνυμους μάρτυρες, βλέπω τον Μεθόδιο
Χαλκίδα έμπορο και συχνά Δημοτικό Σύμβουλο και τον Χατζή Τρύφων, ο μετέπειτα Δήμαρχος μας.
Ο μόνος μάρτυρας κατηγορίας 22χρονος, που στη
δίκη ανακάλεσε την προανακριτική του κατάθεση με θάρρος, σαν «προϊόν που του
επιβλήθηκε με πίεση να υπογράψει», ήταν ο Αμυνταιώτης Μιχάλης Άϊτας… «Δεν
μπορούσα να κοιμηθώ, δεν κατέβαινε μπουκιά ψωμί στο στομάχι μου μ’ αυτά που με
βάλανε να υπογράψω», είπε στο
στρατοδικείο!
Ένας άνθρωπος με συνείδηση σε λειτουργία!
(πατέρας του Παύλου και του Τάκη). Μπράβο!
Δύο «Πιστοποιητικά» τόσο αντίθετα, του ίδιου
τόπου, των ίδιων ανθρώπων… Το ένα το περήφανο, το ανθρώπινο, το πατριωτικό, σε
εποχή ξενικής Γερμανικής κατοχής, το άλλο το ανύπαρκτο, το δειλό, το απάνθρωπο,
το ξευτιλισμένο, στην εμφυλιοπολεμική Ελλάδα!
Το ένα έστειλε αθώους στο σπίτι τους, μια
5μελή οικογένεια.
Το άλλο, το ανύπαρκτο, το ντροπιαστικό,
έστειλε στο τάφο 28 αδικοχαμένους ανθρώπους, κι άλλους (τυχερούς) στη φυλακή!
(όχι σε πογκρόμ ναζιστικής θηριωδίας, αλλά από Ελληναράδικη φασιστική κακία!).
Μόλις μαθεύτηκε στη πόλη μας το θανατικό με
τους 28 εκτελεσμένους, βουβάθηκε η πόλη, νεκρώθηκε, χάθηκαν οι άνθρωποι απ’ τα
μαγαζιά, τους δρόμους, σαν ο χάρος με το δρεπάνι να τρυγίριζε στους δρόμους…
Ακόμα και οι χωροφύλακες κρύφτηκαν, όταν οι
χήρες, τα παιδιά, τα αδέλφια, κλαίγοντας γοερά και καταριόντας, ξεδιάλεγαν το
όνομα του δικού τους στο σάκο που είχε τα λιγοστά προσωπικά αντικείμενα του
ανθρώπου τους, κι ήταν ριγμένοι έξω απ’ την Χωροφυλακή:
Αυτά τα φτωχά προσωπικά αντικείμενα που
μύριζαν όμως ιδρώτα, αίμα, κάποια τρίχα, δύο τρύπιες δεκάρες, μια τσατσάρα του
ανθρώπου τους, ήταν πλέον ο άνθρωπος τους! Τίποτε άλλο, το τρυπημένο πτώμα του
δεν τους ανήκε, ήταν στη δικαιοδοσία που ορίζει ο νόμος (υπόνομος)! Ένας κοινός
λάκκος, για τους εκτελεσμένους…
Δεν χορταίνει η απύθμενη κακία, με τη φρικτή
τιμωρία του ζωντανού ανθρώπου, τιμωρεί και το πτώμα τους και τους συγγενείς
του…
Η πόλη βουβάθηκε, νεκρώθηκε, έστω για λίγο,
που θύμισε αιώνα, αυτή της όμως η βουβαμάρα, κραύγαζε σιωπηρά, βοούσε για το
αδικοχαμένο αίμα αθώων ανθρώπων.
Η βουβαμάρα της πόλης, η ένοχη σιωπή της,
ήταν το έμφυτο, το αρχέγονο αίσθημα του ΔΙΚΑΙΟΥ, της παραδοχής του λάθους που
υπάρχει, ακόμα και στο DNA
του «ρουφιάνου της κονσέρβας»…
Γιατί τα πάντα στη γη μας, είναι φτιαγμένα
από αστερόσκονη!!!





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Η εποικοδομητική κριτική και οι εναλλακτικές προτάσεις - απόψεις είναι απαραίτητες και ευπρόσδεκτες, ειδικά όταν το ζητούμενο είναι η ανταλλαγή ιδεών.
Τα σχόλια εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους και η ευθύνη (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές.
Κάθε υβριστικό, προσβλητικό ή άσχετο με το θέμα της ανάρτησης σχόλιο, θα διαγράφεται όποτε εντοπίζεται από την ομάδα διαχείρισης.
Ευχαριστούμε για τη συμμετοχή σου.