Αθόρυβοι κοινωνικοί εργάτες – φωτεινά
ορόσημα σε έναν κόσμο που παραπαίει…
Στην
σημερινή ταραγμένη εποχή μας, στην οποία κυριαρχούν η καταναλωτική μανία, τα
παγκοσμιοποιημένα είδωλα των κοινωνιών του δυτικού κόσμου, που έχουν σαν
κύριο γνώρισμα το οικονομικό μοντέλο του άγριου καπιταλισμού, η ισορροπία
τρόμου των μεγάλων δυνάμεων και τα ανησυχητικά
σημάδια της κλιματικής αλλαγής,
προβάλλουν μερικές σεμνές και αθόρυβες προσωπικότητες, οι οποίες με το
παράδειγμα της βιωτής τους, μας δείχνουν τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουμε
για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε χωρίς να χάσουμε την ανθρωπιά μας.
Ένας
τέτοιος σεμνός κοινωνικός εργάτης καταγόμενος από την εύανδρη κοινότητα της
Βλάστης, υπήρξε ο μακαριστός λόγιος ιερομόναχος Ευσέβιος Βίττης
(1927-2009) το αξιόλογο ποιμαντικό, κοινωνικό και εθνικό έργο του οποίου προς
τον ελληνισμό της διασποράς, προς την ελλαδική κοινωνία και προς τα ελληνικά
γράμματα, θα πρέπει να το γνωρίσουν όλοι οι Έλληνες, ιδιαίτερα δε εμείς οι
Δυτικομακεδόνες συμπατριώτες του.
Δεν
μου είναι εύκολο να οδηγήσω με σιγουριά
τον αναγνώστη στα ίχνη που άφησε ο π. Ευσέβιος στο πέρασμά του από τη Δυτική
Ευρώπη ούτε να περιγράψω με λεπτομέρειες τα προβλήματα που αντιμετώπισε
κατά τη διάρκεια της 19χρονης ιεραποστολικής του δραστηριότητας στη Γαλλία,
στη Δυτική Γερμανία, στην Ελβετία κυρίως, όμως, στη Σουηδία, επειδή, λόγω της
ταπείνωσης που τον διέκρινε, ακολούθησε τα μονοπάτια των αφανών και αθόρυβων
εργατών του αμπελώνα του Κυρίου.
Μόνο
μια επιμελώς γυρισμένη κινηματογραφική ταινία θα μπορούσε να
ξαναζωντανέψει με αμεσότητα και πιστότητα όλες τις πτυχές του συγκλονιστικού
ιεραποστολικού του έργου, τη γλυκύτητα της έκφρασης του προσώπου του, την
αποφασιστικότητα και το χιούμορ του, το αξέχαστο για όσους τον γνώρισαν
σπινθηροβόλο βλέμμα του και το χάρισμα που διέθετε να αγκαλιάζει τα
πνευματικά του παιδιά με στοργή, όταν του άνοιγαν τις καρδιές τους μέσα
στο υποβλητικό ημίφως του χαμηλοτάβανου εξομολογητηρίου του,
στον Άγιο Νεκτάριο Σιδηροκάστρου, όπου δίπλα στους ανθρώπους του
λαού περίμενε τη σειρά του για εξομολόγηση και ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου…
Το
ταξίδι της επίγειας ζωής του π. Ευσεβίου ξεκίνησε την 1η Απριλίου
1927 από το αρχοντοχώρι της Βλάστης. Ο Στέργιος Βίττης υπήρξε το πρώτο από
τα τέσσερα παιδιά του Νικολάου και της Βασιλικής Βίττη, το γένος Δέρβα
- Κυπαρίσση.
Αναφερόμενος στις οικογενειακές του ρίζες θα πρέπει να σημειώσω,
πως οι εκ πατρός πρόγονοί του κατάγονταν από την Μοσχόπολη της Βορείου
Ηπείρου, την ιστορική Μητρόπολη του Βλαχόφωνου Ελληνισμού, και
οι εκ μητρός από την Τσαριτσάνη της Ελασσόνας.
Αν
και το επίθετο της οικογένειας Βίττη έχει λατινόγλωσση προέλευση, (vita
= ζωή), ο μακαριστός Γέροντας, αστειευόμενος έλεγε, πως δεν είναι καθόλου
εύκολο να αποδειχθεί ότι η οικογένειά του αποτελεί κλάδο του ίδιου γενεαλογικού
δένδρου με αυτό του Ιταλού νεοελληνιστή
Mario Viti ή της συμπατριώτισσάς
του, της ηθοποιού Monica
Viti…
Τα
τέσσερα παιδιά της οικογένειας Βίττη μεγάλωσαν σε ένα οικογενειακό
περιβάλλον, το οποίο σεβόταν τις παραδοσιακές αρχές του υπεύθυνου συλλογικού
βίου, δηλαδή τις οικογενειακές και κοινωνικές παραδόσεις της φυλής
μας.
Ως
μαθητής στο γυμνάσιο της Πτολεμαΐδας ο Στέργιος διακρίθηκε για το ήθος,
την εργατικότητά και την ευφυΐα του και στην ιστορία του σχολείου
του έμεινε γνωστός ως ο «άριστος
των αρίστων». Είχε ιδιαίτερη κλίση στα μαθηματικά και το μεγάλο του
όνειρο ήταν να γίνει αστροφυσικός. Ήταν ένα δημιουργικό μυαλό
και του άρεσε να μαστορεύει.
Κατά
τις επισκέψεις που έκανα στο ησυχαστήριο του Γέροντα, στην ορεινή τοποθεσία
Κρυονέρι της κοινότητας Φαιάς Πέτρας Σιδηροκάστρου, είχα την ευκαιρία
να ανακαλύψω το ξυλουργικό εργαστήριο και το αυτοσχέδιο μηχανουργείο
του, όπου καταπιανόταν με διάφορα μαστορέματα.
Είχε
κατασκευάσει μόνος του το τέμπλο της μικρής ταπεινής εκκλησίας του
ερημητηρίου του, όπου κατά καιρούς μάς προσκαλούσε να συμμετέχουμε
σε εκείνες τις αξέχαστες για την κατάνυξή τους χαμηλόφωνες νυχτερινές
θείες λειτουργίες.
Μόνος του κατασκεύασε και το μεταλλικό κρεβάτι του με τα τρία ρυθμιζόμενα
επίπεδα κατάκλισης, για να βρίσκει τις λιγοστές ώρες του νυχτερινού του
ύπνου μια μικρή ανακούφιση από τους πόνους, που του προκαλούσε η κύφωση
από την οποία υπέφερε τα τελευταία χρόνια της ζωής του...
Το
δύσκολο για την πατρίδα μας φθινόπωρο του 1946 ο Στέργιος πέτυχε πρώτος
σε τρεις σχολές του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στην Ιατρική, στη
Φιλοσοφική και στη Θεολογική και ως ο άριστος μεταξύ των αρίστων νεοεισαχθέντων
φοιτητών απήγγειλε τον όρκο των πρωτοετών φοιτητών. Προκάλεσε όμως
την έκπληξη των συγγενών και των
φίλων του, γιατί, ενώ από μικρός είχε κλίση προς τις θετικές επιστήμες,
επέλεξε τη Θεολογία.
Το
φθινόπωρο του 1947, αφού πέρασε επιτυχώς τα μαθήματα του πρώτου
έτους, έκανε τη μετεγγραφή του στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου
Αθηνών.
Τα
ταραγμένα χρόνια του Εμφυλίου, δυσάρεστα οικογενειακά συμβάντα, που
συνέπεσαν με την περίοδο των σπουδών του, επρόκειτο να επηρεάσουν βαθύτατα
την πορεία της φοιτητικής του ζωής.
«Όπως γνωρίζω από τους δύο γονείς μας, αλλά
και από τις περιγραφές των δύο αδελφών μου, Γεωργίου και Ρωμύλου»,
με πληροφορεί η αδελφή του μακαριστού Γέροντα κυρία Ευαγγελία Βίττη, «ο πατέρας μας Νικόλαος, ευκατάστατος
τότε, διατηρούσε εμπορικό κατάστημα στη Θεσσαλονίκη, στη γωνία
Βασιλέως Ηρακλείου και Ίωνος Δραγούμη. Ο εξαίρετος αυτός οικογενειάρχης,
ο πατριώτης και ευεργέτης δεκάδων ανθρώπων, κατά την ταραγμένη εποχή
του εμφύλιου πολέμου συκοφαντήθηκε ότι ήταν κομμουνιστής. Έτσι συνελήφθη
και προφυλακίστηκε. Ανέθεσε ο
μακαρίτης την υπόθεσή του σε γνωστό δικηγόρο της Θεσσαλονίκης, ο οποίος,
αν και έλαβε ως προκαταβολή το ποσό των 80 χρυσών λιρών, φαίνεται
πως παραμέλησε τις επαγγελματικές υποχρεώσεις του προς τον πελάτη
του, με αποτέλεσμα ο μακαρίτης ο κύριος Νίκος να μείνει στη φυλακή
για πέντε ολόκληρους μήνες, ως την ημέρα που αποδείχθηκε η συκοφαντία
που είχε εξυφανθεί εναντίον του και αθωώθηκε. Βγήκε από τη φυλακή ηθικά
και οικονομικά κατεστραμμένος…».
Την οικογένεια Βίττη όμως την περίμενε και δεύτερο χτύπημα. Ενώ ο
μακαρίτης ο κύριος Νίκος ήταν κρατούμενος στη φυλακή, η σύζυγός του Βασιλική,
που είχε μείνει στην Πτολεμαΐδα και αγωνιζόταν να ζήσει την οικογένειά
της και να περισώσει το ελάχιστο εμπόρευμα που είχε απομείνει στο
κατάστημα της οικογένειας Βίττη, ένα πρωί θα δεχθεί την επίθεση του μανιασμένου
πλήθους αριστερών συμπολιτών της, οι οποίοι την θεωρούσαν φασίστρια (!).
Οι
άνθρωποι που είχαν ευεργετηθεί από την οικογένεια Βίττη όρμησαν στο
κατάστημα και λεηλάτησαν τα πάντα… Η κυρία Βασιλική σώθηκε χάρη στην
επέμβαση κάποιου ψύχραιμου άνδρα, ο οποίος τόλμησε να φωνάξει, «Αφήστε την κυρία Βασιλική ελεύθερη!
Οι άνθρωποι αυτοί έσωσαν την οικογένειά μου στην Κατοχή!» Η οικογένεια
Νικολάου Βίττη υπέστη ολοσχερή οικονομική καταστροφή χωρίς να έχει συμπαράσταση
από κανέναν...
Ο
νεαρός φοιτητής συγκλονίστηκε από τα άδικα χτυπήματα που δέχτηκε η οικογένειά
του, αλλά έμεινε όρθιος, επειδή, όπως μαρτυρούν οι δικοί του, από μικρός είχε
το χάρισμα να γλυκαίνει τις πίκρες της ζωής με τη βοήθεια της προσευχής.
Η οικονομική
καταστροφή όμως που είχε υποστεί η οικογένειά του τον υποχρέωσε, για να τα
βγάλει πέρα με τα έξοδα των σπουδών του, να εργαστεί σκληρά σαν εργατοτεχνίτης
στο τυπογραφείο της θρησκευτικής οργάνωσης «Ζωή», η οποία -σε αντάλλαγμα-
του πρόσφερε τροφή και στέγη σε ένα από τα φοιτητικά οικοτροφεία
που διατηρούσε στην Αθήνα.
Οι
περιπέτειες της οικογένειάς του χαλύβδωσαν την πίστη του Στέργιου στους δημοκρατικούς θεσμούς. Το πόσο πίστευε
στο δημοκρατικό πολίτευμα, θα το αποδείκνυε την περίοδο της δικτατορίας,
όταν απέρριψε πρόταση που του είχε
γίνει από εκκλησιαστικούς συνεργάτες των πραξικοπηματιών να αποδεχθεί
το αξίωμα του επισκόπου...
Ποτέ
δεν μου μίλησε ο Γέροντας για τα χρόνια των σπουδών του, από το οικογενειακό
περιβάλλον του όμως πληροφορήθηκα, πως ήταν χρόνια συνεχούς στράτευσης,
πνευματικής άσκησης και σωματικής καταπόνησης… Τα δάχτυλα των χεριών
του, που έφεραν για χρόνια τα ίχνη της
τυπογραφικής μελάνης, μαρτυρούσαν το πόσο σκληρά εργάστηκε στο
τυπογραφείο...
Ο
Στέργιος Βίττης έμεινε γνωστός μεταξύ των συνοικοτρόφων του σαν ένας
σκληρός και σιωπηρός δουλευτής, ο οποίος εκμεταλλευόταν το κάθε λεπτό της ημέρας.
«Κάθε πρωί», όπως μου έλεγε ο
αδελφός του -ο αείμνηστος Ρωμύλος- «την
ώρα του ξυρίσματος μάθαινε δέκα καινούριες λέξεις της γερμανικής
γλώσσας».
Το
1950 θα πάρει το πτυχίο της θεολογίας με άριστα και στη συνέχεια θα υπηρετήσει
τη στρατιωτική του θητεία ως λοχίας της στρατιωτικής αστυνομίας στην
περιοχή Κατερίνης. Μαρτυρίες φίλων αναφέρουν, ότι στις στρατιωτικές μονάδες
από τις οποίες πέρασε και στην τοπική κοινωνία της Κατερίνης άφησε φήμη
ειρηνοποιού. Μετά το πέρας της θητείας του επέστρεψε στο κοινόβιο της «Ζωής»,
της οποίας και έγινε μέλος. Το κλίμα όμως που επικρατούσε εκείνα τα χρόνια
στην αδελφότητα φαίνεται πως δεν ήταν ιδανικό. Στη "Ζωή" υπόβοσκε
μια σοβαρή κρίση ταυτότητας, η οποία το 1960 προκάλεσε τη διάσπασή
της. Απογοητευμένος και ψυχικά κουρασμένος θα εγκαταλείψει την αδελφότητα
μαζί με άλλους συναδέλφους του.
Η
πρώτη περίοδος της ζωής του Στέργιου έκλεισε με πολύ πόνο. Η δεύτερη, που
κράτησε 19 ολόκληρα χρόνια (1961-80), θα άρχιζε κάτω από τελείως διαφορετικές συνθήκες. Ενώ τα χρόνια
που έζησε στο κοινόβιο της «Ζωής» συμμετείχε, όπως και τα λοιπά μέλη της
αδελφότητας, στη συλλογική προσπάθεια
«δια την μετάδοσιν του μηνύματος του
ευαγγελίου προς την ελληνικήν κοινωνίαν δια του γραπτού και του προφορικού
κηρύγματος», τα χρόνια της Ευρώπης επρόκειτο να αποτελέσουν για τον
Στέργιο μια περίοδο κοινωνικής προσφοράς και υποδειγματικής ποιμαντικής
δραστηριότητας, που τον έφεραν σε επαφή με τους κοινωνικά αποκλεισμένους,
με τους αποτυχημένους της ζωής και ιδιαίτερα με τους Έλληνες οικονομικούς
μετανάστες, οι οποίοι τη δεκαετία του ΄60 ζητούσαν καλύτερη τύχη στα εργοστάσια
και στα ορυχεία της Δυτικής Ευρώπης.
Στα
τέλη του ΄61 θα τον βρούμε στο Παρίσι να συνεργάζεται με τους εθελοντές
της ανθρωπιστικής οργάνωσης Emmaüs,
που είχε ιδρύσει ο διεθνώς γνωστός για το ανθρωπιστικό έργο του Γάλλος κληρικός,
ανθρωπιστής και ακτιβιστής, Henri Grouès,
ο γνωστός αβάς Πιέρ, ο οποίος τον δύσκολο χειμώνα του ΄54 είχε συγκλονίσει την κοινή γνώμη της Γαλλίας,
γιατί υπενθύμισε στους συμπατριώτες του το χρέος τους προς τους sans-abris
-τους άστεγους που κοιμόνταν κάτω από τις γέφυρες του Σηκουάνα-, τους αποτυχημένους
της ζωής και τους κοινωνικά αποκλεισμένους (γυναίκες ελευθερίων ηθών,
λαθρομετανάστες, αλκοολικούς, ναρκομανείς κ.λπ).
Οι
μήνες που πέρασαν ο Στέργιος στο Παρίσι τον βοήθησαν να ανακαλύψει
από κοντά τον "ανώνυμο πλησίον" και να κατανοήσει
με υπαρξιακό τρόπο το νόημα της ταπείνωσης. Πώς; Μέσω των συγκλονιστικών βιωμάτων που αποθησαύριζε
μέσα του συμμετέχοντας στις νυχτερινές εξορμήσεις των εθελοντών του αβά Πιέρ
για την αναζήτηση στους κάδους απορριμμάτων της γαλλικής πρωτεύουσας ανακυκλώσιμων
υλικών, από την πώληση των οποίων οι άνθρωποι της οργάνωσης Emmaüs αγωνίζονταν να αντιμετωπίσουν
ένα μέρος των αναγκών των προστατευομένων τους…
Μετά
τη Γαλλία, αφού περάσει για ένα χρονικό διάστημα από τη Δυτική Γερμανία, θα καταλήξει
στη Σουηδία, όπου θα τεθεί εθελοντικά στην υπηρεσία των Ελλήνων οικονομικών
μεταναστών. Ο Στέργιος, που δεν ανήκει πλέον στον εαυτό του αλλά
στους διπλανούς του, το καλοκαίρι του 65,
σε ηλικία 38 ετών, θα πάρει τη μεγάλη απόφαση να ακολουθήσει
τον δρόμο της ιεροσύνης. Η χειροτονία
του θα γίνει στο Γκέτεμποργκ της Σουηδίας από τον Μητροπολίτη Θυατείρων
και Μεγάλης Βρετανίας κυρό Αθηναγόρα.
Κληρικός
τώρα, θα ξεκινήσει ένα πολύπλευρο ποιμαντικό έργο, μέσω του οποίου θα
αρχίσει να υφαίνει προσωπικές σχέσεις με τους Έλληνες εργάτες, μετακινούμενος
συνεχώς με τον μεταχειρισμένο σκαραβαίο του στις πόλεις της Σουηδίας.
Με
τη μεθοδικότητα που τον διακρίνει θα τους συμπαρίσταται σαν άμισθος κοινωνικός
λειτουργός και ταυτόχρονα σαν πνευματικός πατέρας. Πρωταρχικοί στόχοι του
είναι να τους βοηθήσει να βρουν εργασία και κατοικία, να μην αποκοπούν
από την εκκλησία και να μάθουν τα σουηδικά. Κάνει το παν ώστε τα Ελληνόπουλα
να μην αποκοπούν από τις ρίζες τους. Τα προς το ζην θα τα εξασφαλίζει εργαζόμενος
ως βοηθός νοσοκόμος...
Οι
επαφές που είχε όλα αυτά τα χρόνια με τον ανθρώπινο πόνο και με τα πολυποίκιλα
προβλήματα των οικονομικών μεταναστών θα τον βοηθήσουν να σπουδάσει την
ανθρώπινη ψυχή, να αντιληφθεί την πνευματική ερημία που επικρατούσε στις
δυτικές κοινωνίες και να αποκτήσει συγκλονιστικές εμπειρίες, οι οποίες
αργότερα θα τον βοηθούσαν να αντιμετωπίζει τα προβλήματα των πνευματικών
του παιδιών, που προσέτρεχαν στο εξομολογητήριό του. Για το τεράστιο κοινωνικό
έργο που επετέλεσε ο π. Ευσέβιος στη
Σουηδία θα μπορούσε να γραφεί ένα ολόκληρο βιβλίο…
Το
φθινόπωρο του 1967, περίοδο κατά την οποία πραγματοποιούσα τις μεταπτυχιακές
μου σπουδές στην καρδιολογική κλινική του Πανεπιστημίου της Λωζάννης, μου
δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω τον π. Ευσέβιο, ο οποίος βρέθηκε για λίγους
μήνες στη Γενεύη, ως διευθυντής του Ορθόδοξου Πατριαρχικού Κέντρου
του Chambesy.
Τον
συνάντησα κατά παράκληση της αδελφής του κυρίας Ευαγγελίας Βίττη στο πανεπιστημιακό
νοσοκομείο της Γενεύης όπου νοσηλευόταν με τη διάγνωση της λευχαμίας.
Όταν τού συστήθηκα με καθησύχασε λέγοντάς μου με ηρεμία, πως θα
είχε γίνει κάποιο διαγνωστικό λάθος. Πράγματι είχε συμβεί κάτι τέτοιο.
Ύστερα
από λίγες μέρες μου τηλεφώνησε για να μού πει, πως κάθε βράδυ έβλεπε
στον ύπνο του το ποδήλατό του και τους Έλληνες εργάτες που, όπως μου τόνισε,
τους είχε εγκαταλείψει στη Σουηδία.
«Ποιος είμαι εγώ», μου είπε, «να ζω σαν πρίγκηπας, στο πολυτελές περιβάλλον
του Chambesy; Θα γυρίσω πίσω στους εργάτες μου».
Με αποχαιρέτησε
από τηλεφώνου και σε λίγες μέρες έφυγε από τη Γενεύη. Ήταν τόσο πολύ
αφιερωμένος στη διακονία του πλησίον και στο έργο του πνευματικού πατέρα, ώστε
απέφυγε τα εκκλησιαστικά αξιώματα που δεν συνοδεύονταν από ποιμαντική
δραστηριότητα. Από την περίοδο αυτή έχασα τα ίχνη του για δεκαπέντε ολόκληρα
χρόνια.
Για
τις δραστηριότητές του τα χρόνια που ακολούθησαν δεν διαθέτω ακριβείς
πληροφορίες. Όπως έμαθα εκ των υστέρων, αφού πέρασε για ένα διάστημα από τη
Γερμανία, στις αρχές Αυγούστου του 1968 κατέληξε και πάλι στη Σουηδία, όπου
συνέχισε το ποιμαντικό του έργο.
Πρέπει να σημειώσω, ότι κατά τη δύσκολη περίοδο της δικτατορίας
επιτέλεσε ένα τιτάνιο έργο για να κρατήσει τους Έλληνες ενωμένους και
αγαπημένους. Η σουηδική πολιτεία αναγνώρισε την κοινωνική προσφορά του, η πατρίδα όμως, όχι μόνο τον αγνόησε
αλλά και τον κυνήγησε. Όπως παρατηρεί ο συμπατριώτης και φίλος του κ. Παντελής
Πάσχος, σήμερα ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, «το 1972, επειδή το μένος των εν Ελλάδι
κρατούντων τον απειλούσε για δήθεν διάδοση αντιδικτατορικών
ιδεών και για σχετική δραστηριότητα, αναγκάστηκε να καταφύγει στη Βόρεια
Σουηδία, έξω από την πόλη Rattvik, όπου ως Σουηδός πλέον
υπήκοος εργάστηκε σε ένα χριστιανικό ίδρυμα σαν απλός μαραγκός με
το ψευδώνυμο Jules Pascal»*.
Κατά
τη διάρκεια της παραμονής του στη
Σουηδία, παρά το εξαντλητικό φορτίο της διακονίας του θα παραμείνει ένας
ακαταπόνητος εργάτης του πνεύματος. Θα βρει το χρόνο να συγγράψει μερικά
από τα πρώτα βιβλία του και να εργασθεί
για την εκπόνηση της διδακτορικής του διατριβής, την οποία σχεδίαζε
να υποβάλει στο Πανεπιστήμιο της Uppsala. Δεν επρόκειτο όμως να
γίνει διδάκτωρ.
Τον
λόγο τον έμαθα ένα βράδυ, που τον ανέφερε ο ίδιος με χιούμορ στη γυναίκα
μου. Τι είχε συμβεί; O π. Ευσέβιος είχε δανείσει την εργασία του σε
κάποιον Γερμανό κληρικό, ο οποίος, όπως αποδείχθηκε πρόσφατα, την οικειοποιήθηκε
και την υπέβαλε σαν δική του σε κάποιο ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο!...
Γνωρίζω ότι τον στενοχωρώ τώρα που με ακούει να σάς τα διηγούμαι όλα
αυτά, αλλά θα ήθελα να με πιστέψετε πως ο μόνος λόγος που το κάνω, είναι
για να γνωρίσετε ποιος ήταν ο π. Ευσεβιος...
Το
1980, ύστερα από απουσία 19 ολόκληρων χρόνων, θα επιστρέψει οριστικά στην πατρίδα και, αφού περάσει για ένα μικρό διάστημα από
το Άγιον Όρος, θα εγκατασταθεί
στην περιοχή της Φαιάς Πέτρας Σιδηροκάστρου, στο νεόδμητο «Ησυχαστήριον των Αγίων Ιωάννου του Χρυσοστόμου,
Πρωτομάρτυρος Στεφάνου και Ισαποστόλου Όλγας». Έτσι θα αρχίσει η
τρίτη περίοδος της ζωής του. Ύστερα
από πέντε χρόνια θα παραχωρήσει το
ησυχαστήριο του σε μια ομάδα γυναικών Μοναχών και θα αποσυρθεί στην
απόμακρη ορεινή τοποθεσία Κρυονέρι, όπου θα ιδρύσει το «Ιερόν Κελλίον των Οσίων Σάββα του Ηγιασμένου,
Ματρώνης της εν Κωνσταντινουπόλει, των δύο Αυταδέλφων Νεανιών,
των δια της ευχής αγιασθέντων, Δομετίου και Μαξίμου».
Το
ερημητήριό του θα καταστεί τόπος πνευματικής άσκησης, αυστηρής νηστείας και προσευχής, ταυτόχρονα δε και πνευματικό
εργαστήρι στο οποίο θα συγγράψει τα τελευταία βαθυστόχαστα κείμενά
του. Θα βρίσκει ακόμη το χρόνο να
απαντά σε περισσότερες από 1.000 επιστολές το χρόνο. Πάνω απ΄ όλα όμως το
κελί του θα αποτελέσει το ορμητήριό του, από όπου θα επιχειρεί
τις εξορμήσεις του προς «παραμυθίαν
των χειμαζομένων αδελφών του», όχι μόνο της αγαπημένης του
περιοχής Σιδηροκάστρου και Σερρών, αλλά και άλλων περιοχών της Ελλάδας.
Το
μεγαλείο του π. Ευσεβίου έγκειται στο ότι, αφού αντιλήφθηκε από νωρίς,
πως ο εγκλωβισμένος σε ένα κοινωνικό περιβάλλον πνευματικής ερημίας
σύγχρονος άνθρωπος διψάει για αγάπη, του την πρόσφερε με ειλικρίνεια, με
αξιοπρέπεια, χωρίς διακρίσεις και με μεγάλη διακριτικότητα, αφήνοντας στη
θύμηση όσων τον γνώρισαν από κοντά την εικόνα του χαμογελαστού και αθόρυβου
νυχτερινού αχθοφόρου της αγάπης, ο οποίος ως τις 4 Νοεμβρίου 2009, τελευταία
μέρα της επίγειας ζωής του, πορεύτηκε με συνέπεια προς τις αρχές της χριστιανικής
διδασκαλίας, αποδεικνύοντας πόσα πολλά μπορεί να πετύχει ο χριστιανός, που έμαθε να ανιχνεύει την
εικόνα του Θεού στα πονεμένα πρόσωπα των συνανθρώπων του.
* Π. Β. Πάσχου - Αλεξ. Μ. Σταυροπούλου, Ομότιμων
Καθηγητών Θ.Σ. του Παν/μίου Αθηνών, Ο Ιερομόναχος π. Ευσέβιος Βίττης, Από τον
Βίο και το Έργο του, Μαζί με ένα
Επίμετρο με κείμενα των Σεβ. Μητροπολίτη Σιδηροκάστρου κ. Μακαρίου, της
κυρίας Ευαγγελίας Βίττη και την εγκύκλιον Επιστολήν του π. Ευσεβίου προς τα
πνευματικά του τέκνα, Εκδόσεις «Καινούργια Γη», Αθήνα 2011, σ. 21.
* Ο Αναστάσιος Ν.
Τσικώτης είναι συνταξιούχος γιατρός
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Η εποικοδομητική κριτική και οι εναλλακτικές προτάσεις - απόψεις είναι απαραίτητες και ευπρόσδεκτες, ειδικά όταν το ζητούμενο είναι η ανταλλαγή ιδεών.
Τα σχόλια εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους και η ευθύνη (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές.
Κάθε υβριστικό, προσβλητικό ή άσχετο με το θέμα της ανάρτησης σχόλιο, θα διαγράφεται όποτε εντοπίζεται από την ομάδα διαχείρισης.
Ευχαριστούμε για τη συμμετοχή σου.