Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2022

Ο εκ Βλάστης ιερομόναχος Ευσέβιος Βίττης…

 
Γράφει ο Αναστάσιος Ν. Τσικώτης*
Αθόρυβοι κοινωνικοί εργάτες – φωτεινά ορόσημα σε έναν κόσμο που παραπαίει…
  Στην σημερινή ταραγμένη εποχή μας, στην οποία κυριαρχούν η καταναλωτική μανία, τα παγκο­σμιο­ποι­ημέ­να είδωλα των κοινωνιών του δυτικού κόσμου, που έχουν σαν κύριο γνώρισμα το οικο­­νο­μικό μοντέλο του άγριου κα­πι­τα­λισμού, η ισορ­ρο­πία τρόμου των μεγάλων δυνάμεων και  τα ανησυ­χη­­τικά σημάδια της  κλιματικής αλλαγής, προβάλλουν με­ρικές σεμνές και αθόρυβες προσω­πικότητες, οι οποίες με το παράδειγμα της βιωτής τους, μας δείχνουν τον δρόμο που πρέπει να ακο­­λου­θή­σουμε για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε χωρίς να χάσουμε την ανθρω­πιά μας.
 
Ένας τέτοιος σεμνός κοινω­νικός εργά­της καταγόμενος από την εύανδρη κοινότητα της Βλάστης, υπήρξε ο μακαριστός λόγιος ιε­ρο­­μό­­ναχος Ευσέ­βιος Βίττης (1927-2009) το αξιόλογο ποιμαντικό, κοινωνικό και εθνικό έργο του οποίου προς τον ελλη­νι­σμό της διασπο­ράς, προς την ελλαδική κοινωνία και προς τα ελληνικά γράμματα, θα πρέπει να το γνωρίσουν όλοι οι Έλληνες, ιδιαίτερα δε εμείς οι Δυτικομακεδόνες συμπατριώτες του.
  Δεν μου είναι εύκολο να οδηγήσω  με σιγουριά τον αναγνώστη στα ίχνη που άφησε ο π. Ευσέ­βι­­ος στο πέρασμά του από τη Δυ­τική Ευρώπη ούτε να περιγράψω με λεπτομέρειες τα προ­βλή­μα­­τα που αν­­τι­­με­τώπισε κατά τη διάρκεια της 19χρονης ιερα­πο­στολικής του δρα­στηριότη­τας στη Γαλλία, στη Δυτική Γερμανία, στην Ελβετία κυρίως, όμως, στη Σου­ηδία, επειδή, λόγω της ταπεί­νωσης που τον διέκρινε, ακο­λού­θησε τα μονοπάτια των αφανών και αθό­ρυ­βων εργατών του αμπελώνα του Κυρίου.
  Μόνο μια επιμε­λώς γυρισμένη κι­νη­μα­το­γ­ρα­φι­κή ται­νία θα μπο­ρού­­σε να ξαναζων­τα­νέ­ψει με αμε­σό­τητα και πιστό­τη­τα όλες τις πτυχές του συγκ­λο­νι­στι­κού ιεραποστολικού του έργου, τη γλυ­κύτητα της έκ­φρασης του προ­­σώ­που του, την απο­φα­­­σι­στι­κό­τητα και το χιούμορ του, το α­ξέχαστο για όσους τον γνώρι­σαν σπιν­θη­ρο­βό­λο βλέμ­­­­μα του και το χάρι­σμα που διέθετε να αγκαλιάζει τα πνευ­ματικά του παιδιά με στοργή, όταν του ά­νοι­γαν τις καρ­δι­ές τους μέσα στο υ­πο­β­λη­τι­κό ημίφως του χα­μη­­­λο­­τά­­βανου ε­ξομο­λο­γη­τη­ρίου του, στον Άγιο Νε­κ­τά­­ριο Σιδηρο­κά­σ­τ­ρου, ό­που δί­π­­λα στους ανθρώπους του λαού περίμενε τη σειρά του για εξο­μο­λόγηση και ο ει­σαγ­γε­λέας του Αρείου Πά­γου…
  Το ταξίδι της επίγειας ζωής του π. Ευσεβίου ξεκίνησε την 1η Απριλίου 1927 από το αρχοντο­χώρι της Βλάστης. Ο Στέργιος Βίττης υ­πήρ­­ξε το πρώ­το α­πό τα τέσ­σερα παι­διά του Νι­κο­λά­ου και της Βα­­σι­λικής Βίτ­­τη, το γένος Δέρ­βα - Κυ­πα­ρίσση.
  Αναφερό­με­νος στις οικογενεια­κές του ρίζες θα πρέ­­πει να σημειώσω, πως οι εκ πατρός πρόγο­νοί του κατάγονταν από την Μο­­­σ­­χό­πο­λη  της  Βο­ρεί­ου Ηπείρου, την ισ­το­ρι­κή Μη­­τρό­πολη του Βλα­χό­φω­­νου Ελ­λη­­νι­­σ­­μού, και οι εκ μητρός α­πό την Τσα­ρι­τσά­νη της Ε­λασ­σό­­νας.
  Αν και το ε­πί­θετο της οικογένειας Βίττη έχει λατι­νό­γλωσση προ­έ­­λευση, (vita = ζωή), ο μακαριστός Γέ­ρον­τας, ασ­τει­ευ­­ό­με­νος έλεγε, πως δεν είναι κα­θό­λου εύ­­κολο να αποδειχ­θεί ότι η οικογένειά του αποτελεί κλάδο του ίδιου γε­νε­­αλογικού δέν­δρου με αυτό του Ιτα­­λού  νεοελλη­νι­στή Mario Viti ή της συμ­πα­τριώτισσάς του, της ηθο­ποι­ού Mo­­­ni­ca Viti
   Τα τέσ­σε­­ρα παιδιά της οικο­γέ­νει­ας Βίττη μεγά­λω­σαν σε ένα οικο­γε­νειακό περι­βάλ­λον, το οποίο σεβόταν τις παραδοσιακές αρ­χές του υ­­πεύ­­θυ­­νου συλ­­­­­­λο­­γι­κού βί­ου, δηλαδή τις οι­κογε­νει­α­κές και κοι­νω­νι­κές πα­ρα­­δό­σεις της φυλής μας.
  Ως μαθητής στο γυμ­νά­σιο της Πτο­λε­μαΐ­δας ο Στέργιος διακ­ρί­θη­κε για το ήθος, την ερ­­­­­γα­τι­­κότητά και την ευ­φυΐα του και στην ι­σ­το­­­ρί­α του σχο­λεί­ου του έμεινε γνω­­­­στός ως ο «ά­ρι­σ­τος των αρί­σ­των». Είχε ιδιαί­τε­ρη κλίση στα μα­θη­ματι­κά και το μεγάλο του ό­νει­ρο ήταν να γί­νει ασ­τρο­φυσι­κός. Ήταν έ­­να δη­­μι­ουρ­­γικό μυ­­α­­λό και του άρεσε να μαστορεύει.
  Κατά τις επισκέ­ψεις που έκανα στο ησυχασ­τή­ριο του Γέροντα, στην ο­ρει­νή το­­πο­θεσία Κρυ­ονέρι της κοινότητας Φαιάς Πέ­­τρας Σι­δηροκά­σ­τ­ρου, εί­χα την ευ­και­ρία να ανα­κα­λύψω το ξυλουρ­γι­κό ερ­γα­στή­ρι­ο και το αυ­­το­σχέδιο μη­χα­νουργείο του, όπου κα­τα­πια­νό­ταν με διά­φο­­ρα μα­σ­τορέματα.
 
Είχε κα­τασκευ­ά­σει μόνος του το τέμ­π­λο της μι­κ­ρής τα­πει­νής εκ­κλη­σίας του ερη­μη­τη­­ρί­ου του, ό­που κατά και­ρούς μάς προ­σ­κα­λούσε να συμμε­τέ­χουμε σε εκείνες τις αξέ­χα­σ­τες για την κατά­νυ­ξή τους χα­μη­λό­φω­νες νυχ­τε­ρι­νές θεί­ες λει­τουρ­γίες.
  Μόνος του κατασκεύασε και το μεταλλικό κρε­βά­τι του με τα τρία ρυθ­μι­ζόμενα επί­πε­δα κα­τά­κλι­σης, για να βρίσκει τις λιγοστές ώρες του νυχτερινού του ύπνου μια μικρή α­να­κού­φι­­ση από τους πό­νους, που του προ­­κα­λούσε η κύ­­φω­ση από την οποία υπέ­φε­ρε τα τε­λευ­­ταία χρόνια της ζωής του...
   Το δύσκολο για την πατρί­δα μας φθι­νό­πω­ρο του 1946 ο Στέργιος πέτυχε πρώ­­­­τος σε τρεις σχο­­­λές του Πα­­νε­πι­στη­μίου Θεσ­σα­λο­νί­κης, στην Ιατρι­κή, στη Φι­λο­σοφι­κή και στη Θε­ο­λο­­γι­κή και ως ο ά­ρι­­στος μεταξύ των αρίστων νε­οει­­σαχ­θέν­των φοι­­τη­τών α­πήγγειλε τον όρκο των πρωτο­ε­τών φοι­τη­­τών. Προ­κά­λε­σε όμως την  έκ­π­ληξη των συγ­­­γενών και των φίλων του, γιατί, ενώ από μικ­ρός εί­­χε κλί­­ση προς τις θε­τι­κές επισ­τή­­μες, επέλεξε τη Θε­ολογία.
  Το φθι­­νό­­πω­­ρο του 1947, α­φού πέρα­σε ε­πι­­τυ­χώς τα μαθή­μα­­τα του πρώ­­του έτους, έκανε τη με­τεγ­γραφή του στη Θε­ο­λο­­­γι­κή Σχο­λή του Πα­­νε­πι­σ­τη­­μί­ου Αθη­νών.
   Τα ταραγμένα χρόνια του Εμφυ­λί­ου, δυσάρεστα οι­κο­γενει­α­κά συμ­βάν­τα, που συνέ­πε­σαν με την περίοδο των σπουδών του, επρόκει­­το να ε­πη­ρεάσουν βα­θύ­τατα την πο­ρεί­α της φοι­τητι­κής του ζω­­­ής.
  «Όπως γνωρί­ζω από τους δύο γο­νείς μας, αλ­λά και από τις περι­γρα­φές των δύ­ο αδελφών μου, Γεωρ­γί­ου και Ρω­μύ­λου», με πληροφορεί η αδελφή του μακαριστού Γέροντα κυρί­α Ευαγγελία Βίττη, «ο πατέ­ρας μας Νικόλα­ος, ευ­κα­τά­στα­τος τότε, διατηρού­σε εμ­πο­ρικό κατά­στη­μα στη Θεσσα­λο­­νί­κη, στη γω­νία Βασιλέως Ηρακλείου και Ίω­νος Δρα­γούμη. Ο εξαί­ρετος αυτός οι­κο­­γενει­άρ­χης, ο πατρι­ώ­της και ευεργέτης δεκά­δων αν­­θ­ρώπων, κατά την ταραγ­μέ­νη ε­πο­χή του εμ­φύλιου πο­λέ­­μου συ­κο­φαν­­τή­θηκε ότι ήταν κομ­μου­νιστής. Έτσι συ­νε­­λήφ­θη και προ­φυ­λα­κίστηκε. Ανέθεσε ο μακαρίτης την υ­πό­θε­σή του σε γνω­σ­τό δι­κη­γό­ρο της Θεσσαλονίκης, ο ο­ποί­ος, αν και έ­λα­βε ως προ­κα­τα­­­­βολή το πο­σό των 80 χρυ­σών λιρών, φαίνε­ται πως πα­ρα­μέλησε τις ε­παγ­γελ­μα­­­τι­κές υποχρεώσεις του προς τον πε­λάτη του, με α­πο­­τέ­λε­­σ­μα ο μα­κα­ρί­της ο κύριος Νίκος να μείνει στη φυλα­κή για πέντε ο­λό­­κληρους μήνες, ως την ημέρα που απο­δείχ­θηκε η συ­­κο­φαν­τία που είχε εξυφανθεί εναντίον του και α­θω­ώθηκε. Βγή­κε από τη φυ­λα­κή ηθικά και οι­κονομικά κατε­στ­ραμ­­­μένος…».
    Την οικο­γένεια Βίττη ό­μως την περίμενε και δεύ­τερο χτύ­πη­μα. Ενώ ο μακαρί­της ο κύριος Νίκος ήταν κρατούμενος στη φυλακή, η σύ­ζυγός του Βασιλική, που είχε μείνει στην Πτολεμα­­ΐ­δα και α­­­­γω­­­νι­ζόταν να ζήσει την οι­κο­­­γέ­­νειά της και να περισώσει το ε­λά­χιστο εμ­πό­ρευ­μα που είχε απο­μείνει στο κατάστημα της οικογένειας Βίττη, ένα πρωί θα δεχ­θεί την επί­θεση του μανια­σ­μέ­νου πλήθους αρι­στερών συμπολιτών της, οι οποίοι την θε­ω­­ρού­σαν φα­σίστρια (!).
  Οι άν­θρω­ποι που εί­­χαν ευεργετηθεί από την οι­κο­γένεια Βίτ­­τη όρ­μη­σαν στο κατά­στη­μα και λεηλάτησαν τα πάν­τα… Η κυ­ρία Βα­σι­λική σώ­θηκε χά­ρη στην επέμβαση κά­ποι­ου ψύχραιμου άνδρα, ο οποίος τόλ­μη­­σε να φω­νάξει, «Αφήστε την κυ­­ρία Βα­σι­λ­ική ε­λεύ­­θε­ρη! Οι άνθ­ρω­­ποι αυτοί έ­­σω­σαν την οικογέ­νει­ά μου στην Κα­το­χή!» Η οικο­γένεια Νικο­λά­ου Βίττη υ­πέστη ο­λοσ­χε­ρή οικο­νο­μική καταστρο­φή χωρίς να έχει συμ­πα­­ρά­σ­ταση α­πό κα­νέ­ναν...
   Ο νεαρός φοιτητής συγ­κλο­νίστηκε από τα άδικα χτυπήματα που δέχτηκε η οικο­γένειά του, αλλά έμεινε όρ­θιος, επειδή, όπως μαρτυρούν οι δικοί του, από μικρός είχε το χά­ρισ­μα να γλυ­καίνει τις πίκρες της ζω­­ής με τη βο­ή­θεια της προ­σευ­­­χής. 
  Η οι­­­­κο­νο­μική κα­τα­στροφή όμως που είχε υποστεί η οι­κο­γέ­νειά του τον υποχρέωσε, για να τα βγάλει πέρα με τα έξο­δα των σπου­­δών του, να ερ­­γα­στεί σκληρά σαν ερ­γα­το­­τεχ­νί­της στο τυπο­γ­ρα­φείο της θρησκευτικής οργάνωσης «Ζω­­­ή», η οποία -σε αντάλλαγμα- του πρόσφερε τρο­­φή και στέ­γη σε έ­να από τα φοι­­­τητι­κά οι­­­­κο­­­τ­ρο­φεία που διατηρούσε στην Αθήνα.
  Οι πε­ρι­πέ­τειες της οικογένειάς του χα­λύβ­δω­σαν την  πί­­στη του Στέργιου στους  δη­­μο­κρατικούς θε­σμούς. Το πόσο πί­στευε στο δη­μο­κρα­τι­κό πο­­λίτευμα, θα το α­πο­δεί­κνυε την πε­ρί­ο­δο της δικ­τα­­το­ρί­ας, όταν απέρριψε  πρό­­­­­ταση που του είχε γί­νει α­πό εκ­κλησια­σ­τι­κούς συ­­νερ­γά­τες των πρα­ξι­­κοπη­μα­­τι­ών να α­πο­δεχ­θεί το α­ξί­ω­μα του ε­πι­­σ­κό­που...
    Πο­τέ δεν μου μί­λη­σε ο Γέ­ρον­τας για τα χρό­νια των σπου­­­δών του, από το οικο­γε­νει­ακό περι­βάλλον του όμως πληροφορήθηκα, πως ή­ταν χρό­νι­α συ­­νε­χούς στρά­τευ­σης, πνευ­ματι­κής άσκη­σης και σω­μα­τι­κής κατα­πό­νη­σης… Τα δάχτυλα των χεριών του, που έφεραν για χρό­νια  τα ίχνη της τυ­­­πο­γρα­φικής μελά­νης, μαρτυρούσαν το πόσο σκληρά εργάστηκε στο τυπογραφείο...
  Ο Στέρ­­γιος Βίττης έμεινε γνωστός μετα­ξύ των συνοι­κοτ­ρό­φων του σαν ένας σκληρός και σιωπηρός δουλευ­τής, ο οποίος εκμεταλλευ­όταν το κάθε λεπτό της η­μέρας. «Κάθε πρω­­ί», όπως μου έλε­γε ο αδελφός του -ο αείμ­νη­στος Ρωμύ­λος- «την ώ­­­­ρα του ξυ­­­ρί­­σ­ματος μάθαινε δέ­­κα και­νού­ριες λέ­ξεις της γερ­­­μα­νι­κής γλώσ­σας».
  Το 1950 θα πάρει το πτυχίο της θεολογίας με άριστα και στη συνέχεια θα υπηρετήσει τη στρα­­­τιωτική του θητεία ως λο­χίας της στρα­τιωτι­κής αστυ­νο­μίας στην περι­ο­χή Κατερίνης. Μαρτυ­ρίες φίλων αναφέρουν, ότι στις στρατιωτικές μο­νά­δες από τις οποίες πέ­ρασε και στην το­πι­κή κοι­­νω­νία της Κατερίνης άφησε φήμη ειρη­νο­ποι­ού. Μετά το πέρας της θητείας του επέστρεψε στο κοινόβιο της «Ζω­ής», της ο­ποί­ας και έγινε μέ­λος. Το κλίμα όμως που επικρατούσε εκείνα τα χρόνια στην αδελφότητα φαί­νεται πως δεν ήταν ιδανι­κό. Στη "Ζω­ή" υ­­πόβοσκε μια σο­βα­­ρή κρί­­­ση ταυτότη­τας, η οποία το 1960 προ­κάλεσε τη διά­σπα­σή της. Απογοητευ­μέ­νος και ψυχι­κά κου­ρασ­μέ­­νος θα εγ­­κα­­­ταλείψει την αδελ­φό­τητα μαζί με άλλους συναδέλφους του.
  Η πρώτη περίοδος της ζωής του Στέργιου έκλεισε με πολύ πόνο. Η δεύτερη, που κράτησε 19 ολόκληρα χρόνια (1961-80), θα άρχιζε κάτω από  τελείως διαφορετικές συνθήκες. Ενώ τα χρόνια που έζησε στο κοινόβιο της «Ζωής» συμ­με­τεί­χε, όπως και τα λοιπά μέλη της αδελφότη­τας,  στη συλ­λο­γι­κή προ­σ­πά­θεια «δια την μετάδοσιν του μηνύματος του ευαγγελίου προς την ελληνι­κήν κοινωνίαν δια του γρα­­­­­πτού και του προ­­φο­ρι­κού κη­ρύγ­ματος», τα χρόνια της Ευρώπης επρόκειτο να αποτελέσουν για τον Στέργιο μια περί­οδο κοινωνικής προσφοράς και υποδειγματικής ποι­μαντικής δραστηριό­τητας, που τον έφεραν σε επαφή με τους κοινωνικά απο­κλεισ­μέ­νους, με τους α­πο­τυ­χη­μένους της ζωής και ιδιαίτερα με τους Έλληνες οι­κο­νο­μι­κούς μετανάστες, οι οποίοι τη δε­κα­ετία του ΄60 ζητούσαν καλύτερη τύ­χη στα εργο­στά­σια και στα ορυ­χεία της Δυτικής Ευρώ­πης.
  Στα τέλη του ΄61 θα τον βρούμε στο Παρί­σι να συ­νερ­γά­ζεται με τους εθε­λον­τές της ανθ­ρω­­πι­στι­κής ορ­γάνωσης Emmaüs, που είχε ιδρύσει ο διεθνώς γνωστός για το ανθρωπιστικό έργο του Γάλ­λος κλη­ρικός, ανθρω­πι­σ­τής και ακτιβι­στής, Henri Grouès, ο γνω­­στός αβ­άς Πιέρ, ο οποίος τον δύ­σ­κολο χει­μώνα του ΄54 είχε  συγ­κλονίσει την κοινή γνώ­­μη της Γαλ­λίας, γιατί υ­­πεν­­θύμισε στους συμ­πατριώτες του το χρέ­ος τους προς τους sans-abris -τους άστεγους που κοιμόνταν κάτω από τις γέφυρες του Σηκουάνα-, τους α­πο­τυ­χη­μένους της ζωής και τους κοι­νω­νικά α­πο­κλει­σ­μέ­νους (γυ­ναί­κες ελευθερίων ηθών, λα­θ­ρο­­με­τα­νά­σ­τες, αλ­κο­ολικούς, ναρ­κο­μανείς κ.λπ).
  Οι μήνες που πέ­ρα­σαν ο Στέργιος στο Παρίσι τον βο­ή­θη­σαν να ανα­­κα­­λύ­ψει από κοντά τον "ανώνυμο πλη­­σί­ον" και να κα­τα­νο­ή­σει με υ­παρξιακό τρό­πο το νόημα της τα­πεί­νωσης. Πώς; Μέσω των  συγκλονιστι­κών βιωμάτων που αποθησαύριζε μέσα του συμμετέχοντας στις νυχτερινές εξορμήσεις των εθε­λοντών του αβά Πιέρ για την αναζήτηση στους κά­δους απορ­ριμ­­μάτων της γαλλικής πρωτεύ­ου­σας α­να­­­­κυ­­κ­λώσιμων υλικών, από την πώ­ληση των οποίων οι άνθρωποι της οργάνωσης Emmaüs αγω­νί­ζονταν να αν­τι­με­τω­πί­σουν ένα μέ­ρος των αναγ­κών των προ­στατευο­μέ­νων τους…
  Μετά τη Γαλλία, αφού περάσει για ένα χρονικό διάστημα από τη Δυτική Γερ­μανία, θα κα­ταλήξει στη Σουηδία, όπου θα τεθεί εθελοντικά στην υ­πη­ρε­σία των Ελ­λή­­νων οι­κο­­νο­­μι­κών με­τα­να­σ­τών. Ο Στέρ­γιος, που δεν α­νή­κει πλέον στον ε­αυ­τό του αλ­λά στους δι­πλανούς του, το κα­­λο­καί­ρι του 65,  σε ηλικία  38 ε­τών,  θα πάρει τη με­γά­­­λη από­φα­­ση να α­κο­λου­­θήσει τον δρό­­μο της ιε­ρο­σύ­νης.  Η χει­ρο­το­νία του θα γίνει στο Γκέ­­­τεμ­ποργκ της Σουηδίας από τον Μη­τρο­πο­λί­τη Θυ­α­τεί­ρων και Με­­γά­λης Βρε­τα­νί­ας κυ­ρό Αθη­να­γόρα.
  Κλη­ρι­κός τώρα, θα ξεκινήσει ένα πο­λύ­­π­λευρο ποι­­μαν­τικό έρ­γο, μέσω του οποί­ου θα αρχίσει να υ­φαίνει προ­σω­πι­κές σχέ­σεις με τους Έλ­­λη­νες εργά­τες, με­τακι­νού­με­νος συ­νε­χώς με τον με­τα­χει­ρι­σ­μένο σκα­ρα­βαίο του στις πόλεις της Σου­­ηδίας.
  Με τη μεθοδι­κό­τητα που τον διακρίνει θα τους συμ­πα­ρίσταται σαν ά­­μι­σ­θος κοι­­νω­νικός λει­­τουργός και ταυτόχρονα σαν πνευματικός πατέ­ρας. Πρω­ταρ­χικοί στό­χοι του εί­ναι να τους βοη­θήσει να βρουν ερ­γα­σία και κα­τοι­κί­­α, να μην απο­­κο­­πούν από την εκκλησία και να μά­θουν τα σουη­δικά. Κάνει το παν ώστε τα Ελλη­νόπουλα να μην αποκοπούν από τις ρίζες τους. Τα προς το ζην θα τα ε­­ξα­σ­φαλίζει ερ­γα­ζόμενος ως βοηθός νο­σο­­κό­­μος...
  Οι επαφές που είχε όλα αυτά τα χρόνια με τον ανθρώπινο πόνο και με τα πολυποίκιλα προ­βλή­μα­τα των οικονομικών μεταναστών θα τον βοηθή­σουν να σπου­δάσει την ανθρώ­πι­νη ψυχή, να αντιληφθεί την πνευματική ερημία που επικρατούσε στις δυτικές κοινωνίες και να αποκ­τή­σει συγκλο­νιστικές εμπειρίες, οι οποίες αργότερα θα τον βοηθούσαν να αντιμετωπί­ζει τα προ­βλήματα των πνευμα­τι­κών του παιδιών, που προσέτρεχαν στο εξομολογητήριό του. Για το τε­ράστιο κοι­νω­νικό έργο που επετέλεσε ο π.  Ευσέβιος στη Σουηδία θα μπορούσε να γραφεί ένα ολόκληρο βι­β­­λίο…
  Το φθινόπωρο του 1967, περίοδο κατά την οποία πραγματοποιούσα τις με­ταπτυ­χια­κές μου σπουδές στην καρδιολογική κλινική του Πανε­πι­στη­μίου της Λω­ζάννης, μου δόθηκε η ευκαιρία να γνω­ρίσω τον π. Ευσέβιο, ο οποίος βρέ­θηκε για λίγους μήνες στη Γενεύη, ως διευθυντής του Ορ­­θό­δο­ξου Πα­­τ­ρι­­αρ­χι­κού Κέν­­τρου του Cham­besy.
  Τον συνάντησα κατά παράκληση της αδελφής του κυρίας Ευαγγελίας Βίττη στο πανεπιστη­μιακό νοσοκομείο της Γενεύης ό­που νο­ση­λευ­­ό­ταν με τη διά­γ­νωση της λευ­χαμίας. Ό­­ταν τού συ­σ­τή­θη­κα με καθη­σύ­χα­σε λέ­γον­τάς μου με η­ρε­μία, πως θα είχε γίνει κά­ποι­ο διαγ­νω­στικό λά­θος. Πράγ­­μα­τι είχε συμ­βεί κάτι τέτοιο.
  Ύστε­ρα α­πό λίγες μέρες μου τηλε­φώ­­νησε για να μού πει, πως κά­­θε βρά­δυ έβλεπε στον ύπνο του το πο­δή­λατό του και τους Έλ­λη­νες εργά­τες που, όπως μου τόνι­σε, τους είχε εγκα­τα­λεί­ψει στη Σου­η­δί­α. «Ποι­ος εί­­μαι εγώ», μου είπε, «να ζω σαν πρίγ­κηπας, στο πο­λυ­τελές πε­ρι­βάλλον του Cha­m­besy; Θα γυ­­­­ρί­­­σω πίσω στους ερ­γάτες μου».
  Με α­πο­­χαι­ρέτησε από τη­λε­φώνου και σε λίγες μέρες έφυγε από τη Γε­νεύη. Ήταν τόσο πολύ αφιερωμένος στη διακονία του πλησίον και στο έργο του πνευ­ματι­κού πα­τέ­ρα, ώστε απέ­­φυγε τα εκκλησιαστικά αξιώματα που δεν συνοδεύονταν από ποι­μαν­τική δραστηριότητα. Από την περίοδο αυτή έχασα τα ίχνη του για δεκα­πέντε ολόκληρα χρόνια.
  Για τις δραστηριότητές του τα χρόνια που ακολούθησαν δεν διαθέτω ακ­ρι­βείς πληροφορίες. Όπως έμαθα εκ των υστέρων, αφού πέ­ρασε για ένα δι­ά­στη­μα από τη Γερμανία, στις αρχές Αυγούστου του 1968 κατέληξε και πάλι στη Σουηδία, όπου συνέχισε το ποιμαντικό του έργο.
  Πρέπει να σημειώσω, ότι κατά τη δύσκολη περίοδο της δικτατο­ρίας επιτέλεσε ένα τιτάνιο έργο για να κρα­­τήσει τους Έλ­ληνες ενωμένους και αγαπημένους. Η σου­ηδική πο­λι­τεία αναγνώ­ρισε την κοινω­νι­κή προσφορά  του, η πατρίδα όμως, όχι μόνο τον αγ­νόησε αλλά και τον κυνήγησε. Όπως παρα­τη­­ρεί ο συμ­πα­­τριώτης και φίλος του κ. Παντε­λής Πάσχος, σή­με­ρα ομότιμος καθη­γητής του Πανε­πι­στη­μί­ου Αθηνών, «το 1972, ε­πειδή το μέ­νος των εν Ελ­λά­δι κρα­­­­­τούν­των τον α­πει­­λούσε για δή­θεν διά­δο­ση αντιδι­κ­τα­το­ρι­κών ιδεών και για σχετική δρα­σ­τη­ριότη­τα, αναγκά­σ­τη­κε να κατα­φύγει στη Βό­ρεια Σου­ηδία, έξω από την πόλη Ra­t­­tvik, όπου ως Σουηδός πλέ­ον υ­­­πήκοος εργάστηκε σε ένα χρι­σ­τι­α­νικό ίδ­ρυ­­μα σαν απλός μα­ραγ­κός με το ψευ­δώνυμο Jules Pa­s­cal»*.
  Κατά τη διάρκεια της  παραμονής του στη Σουηδία, παρά το ε­ξαν­­­τ­λη­τικό φορ­τίο της δια­κο­νί­ας του θα παραμείνει έ­νας α­κα­τα­πό­νη­τος εργά­της του πνεύ­ματος. Θα βρει το χρόνο να συγγράψει μερικά από τα πρώτα βιβλία του και να ερ­γασθεί  για την εκ­πόνηση της διδακτο­ρικής του δι­α­­τ­ρι­βής, την οποία σχε­δί­α­ζε να υ­πο­­­βά­λει στο Πανεπι­σ­τή­μι­ο της Upp­sa­la. Δεν ε­πρόκει­το ό­μως να γί­νει δι­δάκτωρ.
  Τον λό­γο τον έμαθα έ­να βρά­δυ, που τον ανέ­φε­ρε ο ί­δι­ος με χιού­­­μορ στη γυ­ναί­κα μου. Τι είχε συμ­βεί; O π. Ευ­σέβι­ος είχε δα­νεί­σει την ερ­­­­­γασία του σε κάποιον Γερμανό κληρικό, ο ο­ποί­ος, όπως αποδείχθηκε πρόσφατα, την οι­­κει­­οποιήθη­κε και την υ­πέ­­βα­λε σαν δική του σε κά­ποι­­ο ευ­ρω­­πα­ϊκό πα­νε­πι­στήμιο!... Γνω­­ρίζω ότι τον στε­νο­χω­ρώ τώ­ρα που με α­κού­ει να σάς τα διη­γούμαι ό­­λα αυ­τά, αλ­λά θα ήθελα να με πι­­στέψετε πως ο μό­νος λό­γος που το κά­νω, είναι για να γνω­ρί­σετε ποιος ήταν ο  π. Ευ­σε­­βι­ος...
 
Το 1980, ύστερα από απουσία 19 ολόκ­λη­ρων χρόνων, θα επι­στρέ­ψει  ορι­στι­κά στην πατρίδα  και, αφού περάσει για ένα μικρό διάστημα από το Ά­γι­ον Ό­ρος,  θα εγκα­τα­σ­ταθεί στην πε­ρι­ο­­χή της Φαιάς Πέ­τ­ρας Σι­δη­ρο­κά­­σ­τρου, στο νεόδ­μη­το «Ησυ­χα­στήριον των Α­γί­ων Ιω­άν­νου του Χρυ­­σο­σ­τό­μου, Πρω­το­μάρ­τυρος Στε­φά­νου και Ισαπο­σ­τό­λου Όλ­γας». Έτσι θα αρ­χίσει η τρίτη περίοδος της ζωής του.  Ύστερα από  πέντε χρό­νια θα πα­ρα­χω­ρήσει το ησυχα­σ­τή­ριο του σε μια ο­μά­δα γυ­­ναι­κών Μονα­χών και θα αποσυρθεί στην από­μα­κ­ρη ο­ρει­νή το­πο­θε­­σί­α Κρυο­νέρι, όπου θα ιδρύσει το «Ιε­­ρόν Κελ­­λίον των Ο­σίων Σάβ­βα του Η­γιασ­μέ­νου, Μα­­τρώ­νης της εν Κων­σ­­ταν­­­τινουπό­λει, των δύο Αυ­τα­­δέλ­φων Νε­ανι­ών, των δια της ευ­­χής α­για­σθέν­των, Δο­με­τί­ου και Μα­­ξί­μου».
  Το ερη­μη­τήριό του θα καταστεί τό­πος πνευ­μα­τικής ά­σ­κη­σης, αυστη­ρής νη­στεί­ας  και προσευ­χής, ταυ­τό­χρονα δε και πνευ­­μα­τι­κό ερ­γα­­σ­τήρι στο οποίο θα συγ­­γρά­ψει τα τελευταία βαθυ­στό­χα­­στα κεί­­με­­νά του. Θα βρίσκει ακόμη το χρόνο να  απαντά  σε  περισσότερες από 1.000  ­επιστο­λές το χρόνο. Πάνω απ΄ όλα ό­μως το κελί του θα α­πο­τε­­λέσει το ορ­μη­­τή­ρι­­ό του, α­πό ό­που θα επι­χει­ρεί τις ε­ξορ­μήσεις του προς «πα­ρα­μυ­θί­αν των χει­­μα­ζο­μένων α­δελ­φών του», όχι μό­­­­νο της α­­γα­πη­μένης του περιο­χής Σιδη­ρο­κά­σ­τρου και Σερ­ρών, αλ­λά και άλ­λων περιο­χών της Ελ­λά­δας.
  Το με­γα­­λείο του π. Ευσεβίου έγ­κει­ται στο ότι, αφού αντιλήφ­θη­κε από νωρίς, πως ο εγκ­λω­­­βισ­μένος σε ένα κοι­νω­νικό περι­βάλ­λον πνευματικής ερη­μί­ας σύγ­χρονος άν­θρωπος διψάει για α­γά­πη, του την πρόσφερε με ειλι­κρί­νεια, με αξιοπρέ­πει­α, χωρίς διακρίσεις και με μεγάλη διακριτικότητα, αφήνοντας στη θύμηση όσων τον γνώρισαν από κον­τά την εικόνα του χαμογελαστού και αθό­ρυβου νυχτερινού αχθοφόρου της αγάπης, ο οποίος ως τις 4 Νοεμβρίου 2009, τελευταία μέρα της επίγειας ζωής του, πορεύτηκε με συνέπεια προς τις αρχές της χρισ­τια­νι­κής δι­δασκαλίας, α­πο­δει­κνύοντας πόσα πολλά μπορεί να πετύχει  ο χρισ­τια­νός, που έμαθε να ανιχνεύει την εικόνα του Θεού στα πονεμένα πρόσω­πα των συνανθρώπων του.  
*  Π. Β. Πάσχου - Αλεξ. Μ. Σταυροπούλου, Ομότιμων Καθηγητών Θ.Σ. του Παν/μίου Αθηνών, Ο Ιερομόναχος π. Ευσέβιος Βίττης, Από τον Βίο και  το Έργο του, Μαζί με ένα Επίμετρο με κείμενα των Σεβ. Μητροπολίτη Σιδη­ρο­κά­στρου κ. Μακαρίου, της κυρίας Ευαγγε­λίας Βίττη και την εγκύκλιον Επιστολήν του π. Ευσεβίου προς τα πνευματικά του τέκνα, Εκδόσεις «Καινούργια Γη», Αθήνα 2011, σ. 21.
* Ο Αναστάσιος Ν. Τσικώτης είναι συνταξιούχος γιατρός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η εποικοδομητική κριτική και οι εναλλακτικές προτάσεις - απόψεις είναι απαραίτητες και ευπρόσδεκτες, ειδικά όταν το ζητούμενο είναι η ανταλλαγή ιδεών.
Τα σχόλια εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους και η ευθύνη (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές.
Κάθε υβριστικό, προσβλητικό ή άσχετο με το θέμα της ανάρτησης σχόλιο, θα διαγράφεται όποτε εντοπίζεται από την ομάδα διαχείρισης.
Ευχαριστούμε για τη συμμετοχή σου.