Σαν
απόγονος παλιών μεταναστών, με όλο σχεδόν το σόι από πλευράς μάνα – πατέρα,
μετανάστες, νομίζω ότι χωρίς παρεξήγηση, μπορώ να εκφράσω την αντίθεση μου στο
προς ψήφιση πρόσφατο νομοσχέδιο του Βορίδη,
που αφορά τη ψήφο των Ελλήνων μεταναστών, του κόσμου όλου, στα Εθνικές μας
εκλογές.
Και
φυσικά, όταν μιλάμε για μετανάστες, αναφέρομαι στους παλιούς, που περίπου
έκοψαν εκ των πραγμάτων τη γέφυρα επιστροφή στην Ελλάδα, κι όχι στους
νέο-μετανάστες της πρόσφατης μνημονιακής Ελλάδας, που ιδίως οι νέοι, με
πάμπολλα ντοκουμέντα οι πλείστοι, γέμισαν με τη ξεχωριστή τους παρουσία τις
πόλεις, Ευρώπης, Αμερικής, ακόμα και Κίνας.
Και
σίγουρα οι περισσότεροι, όταν, κι αν ξεπεραστούν οι εγχώριες δυσκολίες, θα
επιστρέψουν σαν άλλοι Οδυσσείς… στην Ιθάκη!
Με
μια δήθεν αγάπη κι έγνοια, η πονηρούλα ΝΔ, για την όπου γης ομογένεια, κι αφού
εκτίμησε ότι της συμφέρει ο προφανής συντηρητισμός των ομογενών, ιδίως της
Αμερικής, ου εγκαταβιεί και η πλειοψηφία του, ανατρέπει ο Βορίδης το ψηφισμένο απ’ όλες σχεδόν τις παρατάξεις, νόμο του Θεοδωρικάκου και κάνει πολύ πιο
ελαστική την πρόσβαση του ομογενούς στην στημένη υπερατλαντική κάλπη των
εκλογών.
Τα
πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια, έφυγαν για Καναδά – ΗΠΑ σχεδόν όλοι οι συγγενείς
μου, από μεριάς μάνας – πατέρα, μαζί με χιλιάδες άλλους Έλληνες, κάποιους
ντυμένους ακόμη με τα χακί, μιας προηγηθείσας δεκαετούς πολεμικής περιπέτειας.
Ο
φόβος, η ανασφάλεια, η ανεργία, η ανέχεια, η ελπίδα που έβγαζε ο μαγικός «νέος
κόσμος» στη μισορημαγμένη Ελλάδα, έδιωχνε τα νιάτα της Ελλάδας, κι όχι μόνο…
Ο
πατέρας μου έλεγε για έναν γείτονα του Γερμανό, στο Τορόντο, με τον οποίο είχαν
καλημέρες. Κάποτε που τον κάλεσε στο σπίτι του, ο Γερμανός, τον ρώτησε ο
πατέρας μου γιατί μετανάστευσε στον Καναδά.
Με
το δείκτη του, του έδειξε ο Γερμανός, στους τοίχους του σαλονιού του, τις
κορνιζαρισμένες φωτογραφίες που είχε.
…«Αυτός,
είναι ο πατέρας μου, κι αυτός ο θείος μου, σκοτώθηκαν στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο.
Αυτά, είναι τα δύο αγόρια μου, χάθηκαν στο Ανατολικό Μέτωπο. Γι’ αυτό έφυγα.
Σιχάθηκα τους πολέμους και το σκοτωμό»!
Με
τον πατέρα τους τη φυλακή, ο δρόμος για τον Καναδά ήταν σίγουρη καταφυγή, για
τα τρία αδέλφια της μάνας μου.
Ενάμιση χρονών με άφησε, ο πατέρας μου και με κάποια σύντομα
διαλλείματα, με βρήκε δεκαπεντάχρονο!
Συνήθως, κάποιο παιδί που μεγάλωνε με τους παππού – γιαγιά, ήταν το
δέλεαρ κι ο λόγος της επιστροφής, ιδίως για τους μετανάστες μας που είχαν
περάσει τον Ατλαντικό.
Σαν
από κάποια αξεπέραστη οικογενειακή μανιέρα, ο γιός μου, άφησε την κόρη του
μωράκι και πηγαινοέρχεται Αθήνα – Όσλο, σαν τους ταξιδιάρηδες πελαργούς, τα
σπαθάτα χελιδόνια, που ζούνε σε δύο πατρίδες και βρίσκονται σε αέναη εποχική
κίνηση, χωρίς επανάπαυση και ριζωμό.
Απ’
το ’45, στη χαμένη Αυστραλία, η θεία Ελένη,
αδελφή του πατέρα μου, μέχρι μετά το ’80, μας έστελνε δέματα με ελαφρώς
μεταχειρισμένα ρούχα, παρ’ όλο που της έγραφε η μάνα μου, ότι τώρα έχουμε τα
πάντα στην Ελλάδα. Η εικόνα της κατοχικής φτώχειας, είχε εγκλωβιστεί στο τότε
νεανικό μυαλό της, αμετακίνητη.
Μια
φτωχή εργάτρια ήταν εκεί, όμως θεωρούσε τον εαυτό της τυχερό και πλούσιο, σε
σχέση με ότι άφησε πίσω.
Απ’
το ’51, ο θείος Βαγγέλης στο Νιου
Τζέρσεϋ της Νέας Υόρκης. Μάχιμος βιοπαλαιστής, οικογενειάρχης, δούλευε μέχρι τα
80 του, για να’ χει σύνταξη, φάρμακα και γιατρό, στην …ονειρεμένη Αμερική! Που
δεν χαρίζει σύνταξη και ασφάλεια, όπως η Ευρώπη.
Βλέπει κάθε μέρα, ΑΝΤ1 και Παπαδάκη, 30 χρόνια και χαίρεται που θα
μπορεί να ψηφίσει… (Μητσοτάκη!) μπρρρ!
Ο
«αμερικάνος» μετανάστης της δεκαετίας του ’60, στη σπάνια τότε επίσκεψη του στο
χωριό, με το παρδαλό πουκάμισο, τη φωτογραφική KODAK
κρεμασμένη στον ώμο, το καβουράκι στο κεφάλι, ήταν το ζηλευτό αξιοθέατο και
τοπικό νέο του χωριού, κι ο σημαντικότερος τότε διαφημιστής του μαγικού ¨νέου
κόσμου», όπου… έρρεε το δολάριο!
Γύρω
στο ’55-56 και στο πέτρινο πεζούλι, έξω απ’ το πατρικό της μάνας μου στο
Σκλήθρο, όπως κάθε βραδάκι, κάθονται συγγένισσες και γειτόνισσες, με το πλέξιμο
και την ανασκόπηση των νέων της ημέρας, που έκαμνε άχρηστο τον σημερινό
ψυχίατρο, τον ψυχολόγο, στα χρόνια του απομονωτισμού και της απόλυτης
ενημέρωσης απ’ την Big Brother,
TiVi…
Απέναντι
ακριβώς, το άνοιγμα της μικρής πλατείας, με το χοντρό καλντερίμι, που καταβρέχονταν
κάθε βράδυ απ’ τους επαγγελματίες της πλατειούλας.
Το
καφενείο του Σωσίδη, η ταβέρνα του Αξιώτη, ο φούρνος του Παράφτση, το μεγαλο – μπακάλικο του Καραπαλίδη, με τη κοινοτική βρύση δίπλα
και το ποταμάκι να γουργουρίζει, λίγο πιο πέρα, πεντακάθαρο και γραφικό.
Και
ξαφνικά, έρχεται στην παρέα των δικών μου ο καφετζής μ’ ένα δίσκο γεμάτο
μπουκάλια πορτοκαλάδα, λεμονάδα (Ξινό Νερό;)… «σας κερνάει όλους ο Χρήστος ο Αμερικάνος». Ένας μακρινός συγγενής που κάθονταν στο καφενείο, με φίλους
του.
Φάνηκε στα παιδικά μου μάτια, ένα τεράστιας αξίας –αξέχαστο- δώρο, από
έναν «πλούσιο Αμερικάνο» (που πιθανόν να ‘ταν απλά ένας φτωχός… πιατάς!).
Φαντάζομαι
τη ζήλια και τη στενοχώρια των νεολαίων του χωριού, αγροτών σχεδόν όλων, όταν
έβλεπαν τους συνομηλίκους τους, επισκέπτες τώρα «Αμερικάνους», που έρχονταν με
σκοπό τη παντρειά απ’ την πατρίδα και σίγουρα γίνονταν δέλεαρ για τα καλύτερα
κι ομορφότερα κορίτσια του χωριού…
Ο
θείος κου ο Νίκος Καραπαλίδης, με γυαλί
«καθρέπτες» τότε, σαν σταρ του σινεμά, γόης, χουβαρντάς, γύρω στα ’62, πήρε το
πιο όμορφο και μοντέρνο τότε κορίτσι του χωριού, την Μαρίκα Φρέγκου…
Ο
θείος Τάσιος Γκίζας, πήρε τη βλάχα,
την όμορφη Νίτσα Φουρκιώτη, με
κουμπάρο τον πατέρα μου…
Γόησσες και τώρα, στα 75 plus, με παιδιά και
εγγόνια στο Τορόντο, που ζει ένα άλλο πολυάνθρωπο ζωντανό Σκλήθρο, Αμύνταιο,
Βεύη, Μπούφι, Νερέτι, Ζέλοβο, μια άλλη μεταφυτευμένη Φλώρινα, που βρήκε γόνιμο,
ελεύθερο, φρέσκο χώμα κι αέρα.
Μια
δεύτερη, τρίτη γενιά μετεμφυλιακών μεταναστών, προοδεύει και θεριεύει σε μια
άλλη φιλόξενη πατρίδα…
Εκείνα τα αδιάψευστα αρχεία δήλωσης μεταναστών, στο νησί Ellis
στην είσοδο της Νέας Υόρκης, έχουν για βασικό ντοκουμέντο της Εθνικής καταγωγής
και ταυτότητας οι «Μακεδόνες» και σ’ αυτά προστρέχουν, εύκολα τώρα με το
διαδίκτυο.
Σ’
αυτά τα διατηρημένα αρχεία, οι «αρχαίοι» εκείνοι πατριώτες μας που
μετανάστευσαν γύρω στα 1900 στον «Νέο Κόσμο», κάτοικοι κεφαλοχωριών τότε, ιδίως
της Δυτ. Μακεδονίας, δήλωνα εθνότητα Μακεδονική! Όχι Βουλγάρικη ή Κογκολέζικη.
Και φυσικά, κανείς δεν τους το επέβαλε αυτό, απλά, έτσι πίστευαν…
Το
ίδιο περίπου λέει κι ο Μυριβήλης, ο δεξιός, στο βιβλίο «Η ζωή εν τάφω»!
Μάλιστα, λέει ότι οι Μακεδόνες συμπαθούσαν περισσότερο τους Έλληνες απ’ τους
Βουλγάρους!
Πέρα
από προπαγάνδες, προσανατολισμούς, τρομοκρατία κι απαγορεύσεις. Κι είναι τίμιο,
όταν πονάμε και συμπάσχουμε και πολύ σωστά, για τους διωγμούς των Κούρδων, ν’
αφήνουμε κι ένα παράθυρο για τυχόν δικά μα λάθη κι αμαρτήματα, στο ματωμένο μας
παρελθόν (π.χ., «Ο ματωμένος γάμος» στο Ζέλεντιτς)…
Την
μεγαλύτερη αλυσίδα Σούπερ μάρκετ στο Τορόντο, γύρω στα ’69-70, είχε ένας
τέτοιος παλιός μετανάστης, από κάποιο ρημαγμένο χωριό των Κορεστίων, τον Γάβρο.
…«Ρε
Θόδωρε, εδώ δουλεύεις»; Απόρησε
βλέποντας τον, εργάτη εκεί, ένας φίλος τον πατέρα μου, Σπαρτιάτης! Απλά, εκεί
έβρισκες σίγουρη δουλειά, αν ήσουν Φλωρινιώτης και Μακεδόνας. Τα άλλα είναι για
τους φανατικούς, τους φοβικούς, τους μισαλλόδοξους…
Όταν
παλιά, τη δεκαετία ’80-90, πάντοτε μελετούσαμε επισταμένα, προεκλογικά, τους
εκλογικούς καταλόγους, έβλεπα καταχωρημένους στο Αμύνταιο, όλα τα πρωτοξαδέλφια
του πατέρα μου, που έφυγαν το ’50-55 για Καναδά, καταγεγραμμένα, να πιάνουν
σχεδόν ολόκληρη σελίδα του εκλογικού καταλόγου της πόλης μας!
Όλα
αυτοί, που σπάνια ή καθόλου εμφανίστηκαν στη γενέτειρα τους, με τη τροπολογία
Βορίδη, θα μπορούν να ψηφίσουν απ’ τον τόπο κατοικίας του!
Ν’
αποφασίσουν δηλαδή, για μένα, για εσένα, για εμάς, για τα 10 – 11 εκατομμύρια
έλληνες κατοίκους της Ελλάδας, πόσο φόρο πρέπει να πληρώνουμε, την υγεία,
παιδεία, ασφάλεια, μισθό, σύνταξη, στράτευση, αν θα έχουμε πόλεμο ή ειρήνη με
την Τουρκία, κι όλα τα σχετικά που αφορούν τη ζωή του πολίτη της χώρας…
Θα
‘χουμε δηλαδή πάνω απ’ το κεφάλι μας, το έξυπνο, εξυπνακίστικο ή βλακώδες,
παιδαγωγούς, ιεροκήρυκες, εθνοκύρηκες, παιδονόμους, που με τη ψήφο τους θα
παρεμβαίνουν άμεσα στη ζωή ημών των …ιθαγενών!
Κι
όλ’ αυτά, με εξασφαλισμένη γι’ αυτούς, αφού μένουν συνήθως σε πλούσια και
ισχυρή χώρα, την ασφάλεια, το επίπεδο ζωής και την συνακόλουθη υπεροψία, που
συνεπάγεται η ζωή, σ’ ένα οργανωμένο Προτεσταντικό κράτος, που βλέπει
τουλάχιστον με ειρωνεία εμάς τους …άχρηστους και τεμπέληδες, τους κομμούνες,
τους αναρχικούς, τους μπήξε – δείξε υπανθρώπου!
Ανέκαθεν, κι ίσως λογικά, οι κάτοικοι της Ελλάδας, ιδίως τα χρόνια της
εθνεγερσίας του 1821, έβλεπαν μισο – εχθρικά ή τουλάχιστον καχύποπτα τους
Φαναριώτες της Πόλης, τους έλληνες της Ρωσίας, της Μολδοβλαχίας, της Ιταλίας,
κι ας υπήρξαν από εκεί οι πλείστοι εθνικοί ευεργέτες, οι πιο μορφωμένοι, κι
αυτοί που κινητοποίησαν τον Δυτικό φιλελληνισμό…
Ακόμη
και σήμερα υπάρχει μια διάχυτη καχυποψία και αντιπάθεια για τον πρωτεργάτη, Αλεξ. Μαυροκορδάτο, τον πιο εγγράμματο
της επανάστασης, τον διπλωμάτη που εξασφάλισε τα πρώτα σωτήρια δάνεια του Αγώνα
και που ήρθε πλούσιος και κατάντησε φτωχός…
Είναι εν μέρει λογική η αμφισβήτηση του γηγενούς, στον πατριώτη του που
ζει εκτός Ελλάδας, σε άλλες συνθήκες, με άλλη νοοτροπία, άλλα ενδιαφέροντα και
δεδομένα διαφορετικά. Ίσως κρύβει και μια υφέρπουσα ζήλια απέναντι στον Έλληνα
που …μούντζωσε φεύγοντας απ’ την …ψωροκώσταινα!
Έτοιμοι λοιπόν, ιδίως στο Αμέρικα, οι διάφοροι Πορτοκάλος, να φορέσουν
φουστανέλα, να σηκώσουν τον Ήλιο της Βεργίνας, να κονταροχτυπηθούν μα τους
συγκατοίκους του «ψευτομεκαδόνες» και να γίνονται γραφικό θέαμα, μιας απ’ τις
χιλιάδες τριτοκοσμικές εθνότητες, στο χωνευτήρι της ψυχρής δολάριο – Αμερικής.
Όμως
στις Δημοκρατίες, «ψηφίζω» σημαίνει ότι εγώ αποφασίζω για μένα, για τη ζωή μου,
για την χώρα μου, την καθημερινότητα μου, το μέλλον μου, την ύπαρξη ή
καταστροφή μου.
Εγώ,
για μένα, εγώ για σένα, που ζούμε ταξιδεύοντας μαζί στο βαπόρι «Ελλάς», σε
τρικυμίες, κόντρα σε παγόβουνα και σε μπουνάτσες…
Γιατί αν εσύ που ζεις στην σιγουριά και την ασφάλεια της υπερδύναμης,
ψηφίσεις έναν σαλτιμπάγκο υπερεθνικιστή, έτοιμο να ζωστεί τα άρματα για την
«Κόκκινη Μηλιά», εγώ, ο γείτονας μου και τα παιδιά μας, υποχρεωτικά θα κληθούμε
να χαντακωθούμε στο χαράκωμα. Να στραπατσαριστούμε, να ακρωτηριαστούμε, να
εξαϋλωθούμε…
Εσύ
φίλε ομογενή, μόνο εθελοντικά θα στρατευτείς, κι αν σου φανούν βαριές οι
αρβύλες, ανυπόφορες οι ψείρες κι άβολο το χαράκωμα, θα μπορείς να μας πεις…
άντε γεια! Και να ξαναγυρίσεις στο αβομβάρδιστο σου μαγαζί και το ζεστό σου
σπιτικό, να διηγείσαι ηρωικές δήθεν επιχειρήσεις, εκεί στην μακρινή πατρίδα…
Και
φυσικά το «τζερεμέ» της πολεμικής περιπέτειας, αργότερα εγώ υποχρεωτικά, με το
ρημαγμένο βιοτικό επίπεδο πλέον, θα κληθώ για να πληρώσω και με νέα δάνεια και
χρέη για άλλον ένα αιώνα!
Εσύ
πάλι, μόνο εθελοντικά θα στείλεις το δολάριο σου και καμιά νέα «ΟΥΝΡΑ», με
σκόνη γάλα, άσπρο βούτυρο και κίτρινο τυρί… 200 χρόνια τώρα παίζει αυτό το
έργο, με πρωταγωνιστή τα δάνεια, τα χρέη, την υποτέλεια, συσκευασμένα όλ’ αυτά
με χτυπήματα στη πλάτη, όμορφα λόγια του αέρα και καινούργιες υποχωρήσεις…
Είναι άλλο πράγμα οι στενοί δεσμοί, η αγάπη, η συμπόρευση, η στήριξη στα
ξένα λόμπυ, της πατρίδας με την ομογένεια, σε εθνικά, ιστορικά, έθιμα και
παραδόσεις, κι άλλο η συμμετοχή στην συνδιοίκηση από αδελφούς, που όμως… αλλού
τρων και πίνουν κι αλλού μπορούν τη ψήφο τους να ρίχνουν!
Κι
όλη αυτή η χουβαρντοσίνη και το δήθεν κιμπαριλίκι κι η υπεραγάπη της δεξιάς για
τους απόδημους, κρύβει φτηνό υπολογισμό και κομματική εκμετάλλευση, μιας
δεξαμενής ψήφων, που θεωρεί περισσότερο δική της.
Και
με την προσμέτρηση της ελπίζει να καλύψει τις απώλειες στις εγχώριες ψήφους,
που το …ιθαγενές πλήρωμα, πιο πονηρό και ενημερωμένο, τους γυρίζει πλέον τη
πλάτη.
Παρά
τους καλοπληρωμένους παραμορφωτικούς φακούς των αναξιόπιστων ΜΜΕ, που αγωνιούν
μη χάσουν τη κουτάλα με το μέλι.
Το
καμίνι τη καθημερινότητας όλο και ξεμπροστιάζει, μια εταιρεία θαυμάτων, που
αντί για τον υποσχόμενο προεκλογικά «λαγό απ’ το καπέλο», βγάζει αχινούς και
φούμαρα…
Την
ίδια στιγμή, που δίνεται το δικαίωμα στη ψήφο σε ανθρώπους που λείπουν 20 – 30
χρόνια απ’ την Ελλάδα, την ίδια στιγμή, άνθρωποι κάθε χρώματος, που ζούνε,
δουλεύουν, φορολογούνται, πάνε τα παιδιά τους σχολείο, πάνε οι ίδιοι σε
νοσοκομεία, υπηρεσίες, αν δεν είναι Αντετοκούνμπο
ή Τομ Χανκς, ή κάποιος
αρσιβαρίστας πρωταθλητής, δεν δικαιούνται να ψηφίζουν, σαν καταραμένοι αιώνιοι
ξένοι, είλωτες στην …αριστοκράτισσα Ελλάδα!
Πράγμα, που δεν ισχύει για τους δικούς μας «ξένους» των Δυτικών κρατών,
που πολύ γρήγορα, θεωρούνται ισότιμοι με τους κατοίκους της χώρας.
Δύο
μέτρα και δύο σταθμά, που κρύβουν φτηνή υποκρισία, υπολογισμό, μικροκομματικό
και Βαλκάνια νοοτροπία μιας δήθεν Ευρωπαϊκής χώρας…
Για
να δικαιωθεί ο παλιός αριστερός Σαββόπουλος, πριν γίνει δεξιός… «Εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε – γέλασε»!
Σαν
πονηρούληδες παπατζήδες της οδού Αθηνάς, με δήθεν αθώα τεχνάσματα, προσπαθούν,
οι «άριστοι», ν’ αποκλείσουν την απαγκίστρωση τους απ’ το μισοβυθιζόμενο – αλλά
πάντα σε (νικηφόρα) πορεία Ελληνικό πλεούμενο…
Σκόϊλ Εληνικού! Τρείς μέρες και γίνονται τα Γεράνεια (71.000 στρέμματα
δάσους)… και τα βοθροκάναλα παίζουν σκηνές από …Καλογρίτσα!
Η
αλήθεια είναι ότι γλύτωσαν τα Εξάρχεια απ’ τις βδομαδιάτικες μολότοφ, αλλά τώρα
θερίζουν τα …Καλάσνικοφ! Πάντα σε δίλλημα επιλογής, ιδίως οι Αθηναίοι…
Ευτυχώς Κυριάκο, έχουμε αβάντα τις ψήφους του… θείου απ’ το Αμέρικα!



...Τελικα, δεν ψηφιστηκε το νομοσχεδιο Βοριδη,και πολυ σωστα,κι ετσι χανει,ο Μητσοτακης,ΤΗ ΨΗΦΟ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΜΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ,στο Νιου Τζερσευ..Γεια σου θειε,το ξερω οτι μ αγαπας,και με διαβαζεις...Α.Θ.Ρ.
ΑπάντησηΔιαγραφήΕίμαι Γάλλος υπήκοος και ζω στην Ελλάδα. Έχω δικαίωμα ψήφου εφόσον είμαι γραμμένος στο Γαλλικό Προξενείο. Οι βουλευτές, που εκλέγονται από τους Γάλλους της Διασποράς, έχουν για αντικείμενο μόνο τα ζητήματα που αφορούν εμάς. Δεν ενέχονται και δεν αποφασίζουν για τα εσωτερικά ζητήματα της Γαλλίας.
ΑπάντησηΔιαγραφήΓ.Κ.Γ